Στασινού Ελένη

Σύντομο βιογραφικό σημείωμα

Η Ελένη Στασινού γεννήθηκε στην Πάτρα. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στo Πάντειο Πανεπιστήμιο και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στη Διοίκηση Επιχειρήσεων.

Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών και της Εταιρίας Ελλήνων Συγγραφέων.

Έργα της είναι οι ποιητικές συλλογές «Οι οδύνες της μετάλλαξης» (εκδόσεις Δίφρος, 1991) και «Πιο πέρα» (εκδόσεις Ergo, 1998), καθώς και τα μυθιστορήματα «Η κουμπάρα η Μαργαρίτα» (εκδόσεις Μπουκουμάνη, 1997), «Απόδραση προς το φως» (εκδόσεις Πύρινος Κόσμος, 1999) και «Ο Στέφανος του ελαιώνα» (εκδόσεις Όμβρος, 2000), «H Aγίαπόρνη της καρδιάς του» (Εμπειρία Εκδοτική, 2002), «H αυτοκρατορία των δήθεν» (Εμπειρία Εκδοτική, 2003), «Οντισιόν» (Εμπειρία Εκδοτική, 2004), ενώ συμμετέχει στο συλλογικό «Το λιμάνι της ζωής μου» (Εμπειρία Εκδοτική, 2007). Παραμύθια της δημοσιεύτηκαν στο περιoδικό Λόγου και Τέχνης «Ρωγμές».To 2009 εκδίδεται το έργο της «Νύχτες Υποταγής» από τις εκδόσεις Αγκυρα.


Στοιχεία επικοινωνίας

Διάφορα γραφήματα διατυπώνονται στο: http//elenistasinou.blogspot.com

 

Εργογραφία

1. Tο λιμάνι της ζωής του Εκδόσεις Εμπειρία Εκδοτική 2007: Δέκα συγγραφείς γράφουν για το Λιμάνι της Ζωής τους. Άλλοι εντός θέματος, άλλοι εκτός, όλοι όμως με ένα στόχο: την απόλυτη συνέπεια στο συγγραφικό τους ύφος που τους κάνει να ξεχωρίζουν.

2. Οντισιόν Εκδόσεις Εμπειρία Εκδοτική 2004, Απόσπασμα:… Ο ήλιος έχει βγει για τα καλά. Η Λένα νιώθει σαν να ετοιμάζεται να γευτεί έναν καφέ και κάποιος την εμποδίζει. Κι αυτή η εκθαμβωτική μέρα την αρρωσταίνει. Να πρέπει να διασχίσει τώρα την πόλη, να περάσει όλα τα δρομάκια που καίνε κιόλας και αντιγυρίζουν την ανυπόφορη ζέστη. Και φως. Αυτό το φως που την διαλύει. Να φτάσει στο τηλεγραφείο. Πέντε δρόμους ακόμα. Πέρα καφενεία, κόσμος γελαστός, αλαφροντυμένος. Κι αυτή αλαφροπάτητη, αφού αλλού πατάει κι αλλού νομίζει ότι είναι. ΄Η είναι; Είναι στ΄ απόσκια. Στα βαθιά, τα σκοτεινά αινίγματα του Τζώρτζη

3. Η αυτοκρατορεία των δήθεν Εκδόσεις Εμπειρία Εκδοτική 2003, Οπισθόφυλλο: Ο πατέρας είχε φέρει υλικά από παντού. Αυτό καθόλου δεν εμπόδισε το αποτέλεσμα να είναι ογκώδες και κακόγουστο. Εκείνος, βέβαια, δεν το έβλεπε έτσι. Το έλεγε «τ΄αρχοντικό μου». Τότε ήταν που τη θέση του στέγαστρου πήρε μια ράμπα τσιμεντένια που διέσχιζε όλο το κτήμα και που μπορούσε να παρκάρει την καινούργια του Μερσεντές που έφερε από τη Γερμανία, όπως και τα αυτοκίνητα όσων φιλοξενούσε. Δηλαδή κανενός. Γιατί ποτέ δε φιλοξένησε άνθρωπο, προφυλάσσοντας έτσι την τιμή του σπιτιού του από επίδοξους ανταγωνιστές και αντεραστές. Ο φράχτης του οικοπέδου έγινε μάντρα με δύο πλίθες, που μετά γίνανε τέσσερις και ύστερα έξι και σοβαντισμένες. Μια νύχτα έγινε κι ένα “ μεγάλο θαύμα” που ο πατέρας τούς όρκισε να μην το πουν σε ψυχή. Επειδή ο καλός Θεός τους, αγαπούσε, μεγάλωσε το κτήμα τους κάπου δέκα μέτρα κι εκεί που μια ψωμωμένη συκιά ήταν έξω από το σπίτι, τώρα είχε φυτρώσει στο μέσα ακριβώς μέρος της μάντρας τους. Ένα πρωί μάλιστα, μετά από μια νύχτα χειμωνιάτικη που ακούγονταν παράξενα χτυπήματα, σαν ανοίξανε τα παράθυρα τους προς το βουνό, είδαν πως η μάντρα είχε ψηλώσει δύο σειρές ακόμα και πως στην άκριά της είχαν φυτρώσει γυαλιά. Πολλά γυαλιά. Λεπτά και χοντρά γυαλιά. Τότε ήταν που η μητέρα Σεμέλη είχε πει σε κάποια φίλη της στο τηλέφωνο: « νομίζει ότι επειδή σηκώνει τοίχους, μπορεί να μας φυλακίσει...»

4. Η Αγία  Πόρνη της καρδιάς μου Εκδόσεις Εμπειρία Εκδοτική 2002 ΕΠΤΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΠΕΝΤΑΚΟΣΙΑ ΑΝΤΙΤΥΠΑ, Οπισθόφυλλο: «Τώρα θέλω να το μπάσεις σιγά-σιγά στο νόημα. Πλύνε το ντύσε το, χόρτασέ το. Κράτη σε το μακριά απ’ τις ρουφιάνες, τις πρεζούδες, τις στρίγκλες, τις λαίμαργες. Ένα παιδάκι είναι. Με το μαλακό. Έχει καιρό μπροστά του να δει την ασκήμια. Μάθε το να μιλάει σαν πρέπει, να σέβεται, να φέρεται. Τώρα είναι ένα ζωάκι. Που  είναι σαν να έφυγε από τσίρκο που καιγόταν. Τώρα οικογένεια ήταν, πατρίδα ήταν θα σε γελάσω. Τη βαφτίσαμε Λουϊζα. Κάμε την λοιπόν να ανθίσει μπας και μοσχομυρίσει το βρωμερό μπορντέλο μας»

5. Ο Στέφανος του Ελεώνα Εκδόσεις Όμβρος 2000, Οπισθόφυλλο: Η «άλλη» ζωή, ήταν στα σινεμά τα Κυριακάτικα, στις συνοικίες που δεν πλησιάζαμε, στα όνειρα που σιγοψιθυρίζαμε με τους πρώτους φίλους της ίδιας γειτονιάς στα σκαλιά των αυλόγυρων, βράδια καλοκαιρινά. ΜόνοΤους χειμώνες, δεν ονειρευόμαστε. Ήταν πάντα το κρύο, που πάγωνε χέρια, πόδια, ραχοκοκαλιά, σκέψεις. Το πολύ πολύ, γύρω από μια φωτιά που κινδύνευε, τα’ όνειρο ν’ απλωνόταν ως ένα ζεστό παλτό, ή ένα ζευγάρι παπούτσια στο νούμερο μας που οι σόλες του θα γυάλιζαν λείες, δίχως να μας ακολουθεί το ανυπόφορο κροτάλισμα της αποσύνθεσής τους.Το κροτάλισμα αυτό ήταν που με συνόδευε για χρόνια, σα φάντασμα πεθαμένου υποταχτικού, στα μαγαζιά, όπου θα αγόραζα ζευγάρια παπούτσια με απληστία, σε χρώματα, και φόρμες που ποτέ δεν θα φορούσα. Θα μού ‘φτανε ένα απλό στρωτό ανθεκτικό μαύρο, ζευγάρι διπλόσολα.

6. Η απόδραση προς το φως Εκδόσεις Πύρρινος κόσμος 1999, Οπισθόφυλλο:  «Ω ναι, ναι. Είναι οι όμορφες ιστορίες που όμως δείχνουν τις πολλές πιθανότητες που υπάρχουν τα παραμύθια να ’ναι εν μέρει αληθινά, πως τα καλάμια είναι μισά στη λάσπη μισά στον ήλιο, έτσι, τα παραμύθια πιστεύω έχουν τις ρίζες στην αλήθεια, τα φυλλώματα στη φαντασία, και τούτο είναι ένα μυστήριο, και ’γω θαυμάζω και σέβομαι τα μυστήρια και σεις είστε ένα μυστήριο και τα λόγια σας μυστηριώδη και ’γω θα ’θελα να σας έχω στην μπλε μου κουνιστή καρέκλα, με το μάλλινο ριχτάρι στα πόδια και να σας ζω κάθε λεπτό σαν γάτα σας σκλάβα ή σαν ευσεβής. Ό,τι θέλατε. Αρκεί να είχα το μυστήριό σας στο σπίτι μου. Δεν μου αρκεί πλέον το πρόσωπο το χάρτινο κάποιον αγίων, ούτε ο βραδινός ο θυμιατός κι η φλόγα του καντηλιού».

7. Πιο πέρα Εκδόσεις, Ergo 1999: 

Δε κατάλαβα Πότε οι υποψίες πέσαν πάνω μου.

Ίσως

Όταν ο ένας άρχισε

Τον άλλον να κοιτάει.

Κι εγώ ξεχάστηκα

Δεν κοίταξα κανέναν.

Βλέπεις

Του ήλιου το λαμπάδιασμα

Με είχε απορροφήσει…

8. Η κουμπάρα η Μαργαρίτα – μυθιστόρημα Εκδόσεις Μπουκουμάνης 1998. Οπισθόφυλλο: Η Μαργαρίτα είναι ένα κορίτσι που βρίσκεται στο κέντρο οικογενειακών συγκρούσεων. Μεγαλώνοντας θα γίνει το λουλούδι που ο καθένας θα μπορεί να μαδάει τα πέταλά του μετρώντας την αγάπη του. Η Μαργαρίτα θα μεταλλαχθεί σε χωνευτήρι ιδεών και τάσεων, φυτώριο μελλοντικών ανατροπών. Σαν μια ομάδα ή μια κοινωνία, όπου από την νηπιακή – υλιστική ηλικία, μέσα από ρήξεις, επαναστάσεις, πανωλεθρίες, τραυματισμένη αλλά αποφασισμένη, θα φτάσει σ’ αυτήν της πνευματικής ωριμότητας.

9. Οι οδύνες της μετάλλαξης Εκδόσεις Δίφρος 1991:
«Κάποτε…

θα παγιδεύσω μια γραφή

απ’ αυτές που ρέουν

σε άλλες διαστάσεις.

Τότε… Θα μιλήσω για σένα».

10. Νύχτες Υποταγής Εκδόσεις «Άγκυρα»,  2009: Η Σάσα συνειδητοποιεί ότι πέρασε μια ζωή υποταγμένη. Στον πατέρα, στον σωτήρα, στην ανάγκη, στον έρωτα. Κι η αλήθεια αυτή είναι που την προκαλεί να πάρει θέση. Θα υψώσει το κουρεμένο κεφάλι της; Θα γίνει από Σάσα της υποταγής, Αναστασία; Ένα μυθιστόρημα, σαν βύσσινο γλυκό. Σαν το φετίχ του μεγάλου της έρωτα. Μεστό, θρεπτικό, εύγευστο, καταστροφικό.


Σχολιασμοί

1. Το πρόσωπο της πραγματικότητας