Ιστορίες του δρόμου

Ήταν παραμονή Πρωτοχρονιάς και σε μισή ώρα όλη η ανθρωπότητα θα καλωσόριζε τη νέα χιλιετία. Μύριες εικασίες είχαν ειπωθεί περί της αφίξεως του 2000. Η πλειοψηφία ήθελε να πιστεύει πως κάτι κακό θα συνέβαινε σε αυτό το έτος. Παρ’ όλα αυτά οι άνθρωποι δεν έπαυαν να στρώνουν τα γιορτινά τους τραπέζια και να περνάνε ευχάριστα τον καιρό τους με τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Σε ένα τέτοιο τραπέζι ήταν προσκεκλημένοι ο Γιώργος και η σύζυγός του Ελένη. Ήταν καλεσμένοι στο σπίτι μιας συναδέρφου - από το γραφείου της γυναίκας του. Ο Γιώργος αρχικά δεν ήταν πρόθυμος να πάει αλλά τελικά έκανε μια μικρή υποχώρηση για χάρη της Ελένης διότι είχε γενέθλια την επόμενη μέρα. Βέβαια η υπομονή και καλοσύνη του δεν κράτησαν πάνω από δύο ώρες καθώς μισή ώρα πριν την αλλαγή του χρόνου δεν άντεξε και έφυγε από το φιλικό σπίτι. Όλοι έμειναν έκπληκτοι από την απαράδεκτη συμπεριφορά του εκτός της Ελένης που χωρίς να δικαιολογήσει αυτήν και τον σύντροφο της άρχισε να τρέχει από πίσω του.

Μόλις κατέβηκε το κατώφλι της πολυκατοικίας είδε μια άσπρη πόλη να την προσμένει. Τα δένδρα είχαν πλέον χάσει όλα τους τα φύλλα και ήταν σκεπασμένα με χιόνι. Στο πεζοδρόμιο διακρίνονταν πατημασιές ανθρώπων πάνω στο κατάλευκο χαλί του χειμώνα. Η Θεσσαλονίκη ήταν ντυμένη στα άσπρα σαν να πήγαινε σε γάμο. Για κάποιο λόγο όμως το χιόνι δεν της θύμιζε γαμήλιο φόρεμα αλλά σάβανο. Οι βιτρίνες ήταν πλημμυρισμένες από γιορτινά στολίδια. Πλαστικές χαμογελαστές κούκλες με τη μορφή του Αι-Βασίλη στέκονται έξω από κάθε μαγαζί. Πολύχρωμα λαμπιόνια τρεμόσβηναν στα μπαλκόνια των απέναντι πολυκατοικιών δανείζοντας λίγη από τη ζωντάνια των χρωμάτων τους στη λευκή πόλη. Πάνω στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα μπορούσε κανείς να διακρίνει μικρούς χιονάνθρωπους που τα παιδιά της γειτονιάς είχαν δημιουργήσει με πολύ μεράκι και ευχαρίστηση.

Εκείνος έστεκε στο απέναντι πεζοδρόμιο όρθιος δίχως να προφέρει λέξη. Η Ελένη αφότου κατάλαβε πως δεν επρόκειτο να υπάρξει οικιοθελής υποχώρηση από την πλευρά του Γιώργου, αποφάσισε να κάνει για μια ακόμα φορά εκείνη το πρώτο βήμα.

-« Για ποιο λόγο έφυγες από το τραπέζι χωρίς να δώσεις σε κανέναν εξηγήσεις; Έγινε κάτι; Αν ναι μήπως θα ήθελες να μου πεις;» είπε με διστακτική φωνή η Ελένη διασχίζοντας το δρόμο που τους χώριζε.

Ο δρόμος ήτανε γεμάτος αμάξια που παρά την κακοκαιρία τρέχανε με αρκετά υψηλές ταχύτητες. Τον πλησιάζει πηγαίνοντας να του χαϊδέψει το μάγουλο αλλά εκείνος με μια απότομη κίνηση απομακρύνει το χέρι της από το πρόσωπό του. 

- Πειραγμένη εκείνη τον ρωτά « Τώρα γιατί είσαι θυμωμένος μαζί μου; Τι σου έφταιξα και μου φέρεσαι με αυτό τον τρόπο;». 
- « Μου φταις γιατί υπάρχεις στη ζωή μου, μου φταις γιατί αναπνέεις, μου φταις για τα πάντα. Είσαι ικανοποιημένη τώρα;» της απάντησε με μια πολύ ήρεμη φωνή. Εκείνη ακούγοντας τον να προφέρει αυτές τις λέξεις, ένα καυτό δάκρυ κύλησε στο παγωμένο πρόσωπό της. «Όσο κι αν κλάψεις δεν πρόκειται να σε λυπηθώ» της είπε ανεπηρέαστος από την ψυχική μετάπτωση της γυναίκας του. 
- «Μπορείς σε παρακαλώ να μου πεις τι σε έπιασε στα καλά καθούμενα; Πες μου τουλάχιστον ένα λόγο. Τίποτα άλλο παρά ένα λόγο» είπε κλαίγοντας.
- « Δε με έπιασε τώρα , απλώς τώρα αποφάσισα να εκφραστώ. Εδώ και αρκετό καιρό μου περνάν από το μυαλό κάποιες παράξενες σκέψεις που με δαιμονίζουν. Προσπαθούσα να τις πνίξω ώστε να μη βγουν ποτέ στην επιφάνεια αλλά πολύ φοβάμαι πως τελικά εκείνες θα με πνίξουν εάν συνεχίσω να τις καταπιέζω. Βλέπεις τα συναισθήματα δεν κρύβονται όσο και αν προσπαθείς και στο τέλος όλα αποκαλύπτονται.» είπε σκεπτικός αποφεύγοντας να την κοιτάξει στα μάτια.
- «Αγάπη μου γιατί δε μοιραζόσουν τόσο καιρό τις σκέψεις σου μαζί μου; Παντρεμένοι δεν είμαστε; Τι έχουμε να χωρίσουμε; Είσαι ο άνδρας μου και είμαι η γυναίκα σου. Σε αγαπάω και με αγαπάς.» είπε η Ελένη προβληματισμένη.
- « Αυτό ακριβώς είναι που με προβληματίζει, ο γάμος μας. Ήμουν πολύ ερωτευμένος όταν σε παντρεύτηκα αλλά τα συναισθήματά μου έχουν αλλάξει πολύ από τότε. Λένε πως ο έρωτας μετά από χρόνια μετατρέπεται σε αγάπη. Δεν μπορώ να πω πως δεν σε νοιάζομαι αλλά θα ήμουν ψεύτης εάν σου έλεγα πως σε αγαπώ. Παλιότερα ήμουν τυφλός-ή μάλλον ήθελα να ήμουν τυφλός- και ζούσα με την ψευδαίσθηση ότι ήμασταν ευτυχισμένοι. Μέγα λάθος. Όσο το ξανασκέφτομαι μπορώ να πω μετά βεβαιότητος ότι εάν πάθαινες κάτι πιθανότατα να μην έχυνα ούτε ένα δάκρυ για σένα. Ξέρω πως σε πονάνε αυτά που λέω αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Δε θέλω να ζω άλλο σε μια ουτοπία φτιαγμένη από χαρτί και να παραμυθιάζω τον εαυτό μου. Θέλω λοιπόν να χωρίσουμε και σου ζητώ συγνώμη για αυτό. Συγνώμη που ποτέ μου δε σου στάθηκα, συγνώμη που σε κάνω δυστυχισμένη την παραμονή των γενεθλίων σου, συγνώμη που σου τα λέω όλα αυτά πέντε λεπτά πριν τον ερχομό του νέου χρόνου.» είπε σχεδόν ανέκφραστος...

Τα λόγια του ήταν σα δίκοπο μαχαίρι που έσκιζε στα δύο την καρδιά της. Παρόλο που την είχε πληγώσει τόσο πολύ δεν φαινόταν να του κρατούσε κακία. Αντιθέτως, από τον τρόπο που τον κοιτούσε καταλάβαινε κανείς πως κρεμόταν από τα χείλη του. Τον κοιτούσε στα μάτια με την ελπίδα πως θα τη λυπηθεί και θα πάρει όλα τα πικρόχολα λόγια του πίσω. Παρ’ όλα αυτά, αυτός παρέμεινε ψυχρός. 
- «Αυτή ήταν η τελευταία σου κουβέντα λοιπόν;» τον ρώτησε με τρεμάμενη φωνή.
- «Ναι δεν έχω κάτι άλλο να σου πω εκτός από καλή χρονιά» της είπε απότομα.
- «Αντίο λοιπόν. Απλώς θέλω να ξέρεις πως εγώ σε αγάπησα όσο δεν έχω αγαπήσει κανέναν άλλο στον κόσμο.» είπε καθώς διέσχιζε το δρόμο για να επιστρέψει στο γιορτινό τραπέζι. Τα αυτοκίνητα τρέχανε σαν δαιμονισμένα κι οι οδηγοί ήταν πιθανότατα μεθυσμένοι. Ένας από αυτούς βλέποντας την πήγε να πατήσει το φρένο αλλά ανταυτού πάτησε το γκάζι.

Ήταν Πρωτοχρονιά . πυροτεχνήματα προσέδιδαν μια εύθυμη λάμψη στον ουρανό ενώ από τα σπίτια ακούγοντας χαρμόσυνες φωνές και γέλια. Η πλειοψηφία ήθελε να πιστεύει πως κάτι κακό θα συνέβαινε σε αυτό το έτος. Παρ’ όλα αυτά οι άνθρωποι δεν πτοούνταν και γιόρταζαν τον ερχομό του 2000 στα σπίτια τους με αγαπητά πρόσωπα. Έξω από ένα τέτοιο σπίτι ήταν κι ο Γιώργος κρατώντας τη μισοπεθαμένη γυναίκα του. Τελικά όντως συνέβη κάτι κακό. Μόνο όταν πέθανε η Ελένη κατάλαβε πως όσα είχε πει ήταν λόγια κούφια που διόλου δεν ίσχυαν. Τον είχε τυφλώσει ο παράλογος εγωισμός του και δεν ήξερε τι έλεγε. Ήταν όμως πολύ αργά για να κάνει οτιδήποτε…

Τερβισίδου Μαρίνα

Σχολιασμοί

Κωνσταντούρου