Η Καθημερινότητα

Βλέποντας την να περπατάει, θα παρατηρούσες πως δεν άλλαξε καθόλου. Σαν να μην πέρασε μια μέρα από τότε που την πρωτογνώρισες. Παρέμενε σκυφτή. Αν τολμούσες να την κοιτάξεις στα μάτια, χανόσουν στο απλανές βλέμμα της. Ήταν σαν μια μαύρη τρύπα που σε τραβούσε και δεν μπορούσες να ξεφύγεις. Ελκυστική, αλλά όταν κατάφερνες να εστιάσεις προσεκτικά στο πρόσωπο της θα παρατηρούσες σημάδια που έμοιαζαν με ουλές. Αν συνέχιζες να αναχαιτίζεις... τότε θα παρατηρούσες μία μεγάλη ουλή, η οποία ξεκινούσε από το πίσω μέρος του λαιμού της και χανόταν μέσα στα ρούχα της.

Τα ρούχα της ήταν μουντά. Δεν υπήρχε άλλο χρώμα πέρα από το μαύρο και από το γκρι. Ντυνόταν σαν να περνούσε μια περίοδο της ζωής της όπου θρηνούσε. Όμως, η καθημερινή αμφίεση της ήταν ο θρήνος – ή μάλλον η προσωποποίηση του θρήνου. Δεν ήταν προσεγμένη η εμφάνιση της. Σκισίματα και διπλώσεις υποδεικνύουν αδιαφορία για το οτιδήποτε. Είχε σταματήσει να νοιάζεται για την εξωτερική της εμφάνιση εδώ και πολύ καιρό. Είχε βαρεθεί την ίδια ρουτίνα, μια φτηνή απομίμηση αυτού πού πραγματικά είναι. Δεν είχε πια το μεράκι και την όρεξη να αλλάξει.

Τα σημάδια του χρόνου δεν έχουν αντίκτυπο στο πρόσωπο της με μορφή αναγνωρίσιμη από το ανθρώπινο μάτι. Και όμως, βλέπεις μέσα από τα μάτια της ψυχής ότι ο χρόνος έχει επιδράσεις πάνω της. Την είχε κουράσει, την είχε αποδυναμώσει. Την έκανε απρόσιτη στους άλλους. Κανείς δεν ήθελε να την αντιμετωπίσει ή έστω να κάνει μία προσπάθεια να την καταλάβει και να επισημάνει τα ελαττώματα της έτσι ώστε να μπορέσει να αλλάξει. Όλοι την κρίνουν μόνο και μόνο από φόβο μην την γνωρίσουν. 

Αν ήξερες την ιστορία της είτε θα την συμπονούσες είτε θα έτρεχες μακριά από φόβο μήπως αντικρίσεις την αλήθεια. Αυτή ήταν η μόνη που σου έλεγε την αλήθεια χωρίς ενδοιασμούς. Το μόνο πράγμα που έπαιζε ρόλο πια ήταν αν ήθελες να την αντιμετωπίσεις ή όχι. Είχε μάθει να μην αποφεύγει τους ανθρώπους. Δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από ακαταλόγιστα ψέματα γιατί απλά δεν αντιπροσώπευε αυτό που πραγματικά ήταν. Ποια ήταν η ιστορία της λοιπόν;

Από μικρή την εγκατέλειψαν σε ένα χωράφι. Δεν την θέλανε γιατί πίστευαν ότι ήταν πολύ αληθινή. Ακόμη και οι γονείς της είχαν συνηθίσει σε ένα συμβατικό παράλληλο κόσμο και όχι στον κόσμο τον πραγματικό, αυτόν που δημιούργησε αυτή η ίδια. Γιατί ποιος θα ήθελε να ακούει πως κυνηγά το αναπόφευκτο και ότι οι πράξεις θα έχουν συνέπειες; Έτσι λοιπόν μεγάλωσε από ανθρώπους που την αναγνώριζαν και την σέβονταν. Σε κάποια στιγμή της ζωής της κινδύνευε να χαθεί, παίρνοντας μαζί της έναν ολόκληρο κόσμο. Πολλοί στάθηκαν εμπόδιο, μα αυτή γινόταν ολοένα και πιο δυνατή... Όσο μεγάλωνε ο αριθμός των ματαιόδοξων ανθρώπων, τόσο αποδυναμωνόταν αυτή. Λίγοι ήταν οι άνθρωποι που στάθηκαν δίπλα της και ακόμα λιγότεροι αυτοί που αποδέχτηκαν αυτά που τους είπε. Όμως τα χρόνια περνάνε και επειδή όλα τα πράγματα είναι παροδικά, εφήμερη είναι και η ζωή των ανθρώπων.

Πραγματικότητα!

Δυστυχώς ο θάνατος πήρε από το πλάι της και τους λίγους ανθρώπους που την υποστήριζαν. 

Τώρα – να εκεί είναι – λέω να της μιλήσω. 

Να ανοίξουν και τα δικά μου μάτια, γιατί πολύ φοβάμαι ότι η σκόνη από τους ανθρώπους γύρω μου είχε προλάβει την όραση μου και την ικανότητα μου να δω την αλήθεια. 

Λίγες στιγμές πριν φύγω σκέφτηκα ότι καιρός ήταν να την αντιμετωπίσω. 

Ας μην καθυστερώ άλλο – φτάνει.

Πάω τώρα…

Ελισάβετ Στρατηνάκη

Σχολιασμοί

Γκουτζικίδου