Χριστούγεννα στη Θεσσαλονίκη

Ήταν 11:30 το βράδυ. Η Στέλλα και η μαμά της περίμεναν τον καινούριο χρόνο στο σπίτι τους, στη Θεσσαλονίκη. Ήταν η πρώτη χρονιά που θα γιόρταζαν τα Χριστούγεννα στη Θεσσαλονίκη. Συνήθως πήγαιναν στο σπίτι τους στο χωριό με τον παππού και τη γιαγιά της Στέλλας. Το σπίτι τους δεν ήταν στολισμένο, καθώς δεν είχαν χριστουγεννιάτικα στολίδια. Τι να τα έκαναν άλλωστε, αφού περνούσαν τα Χριστούγεννα στο χωριό; Η Στέλλα σχεδόν δεν είχε καταλάβει πως είχαν έρθει κιόλας οι γιορτές. Πολλές αλλαγές είχαν γίνει το χρόνο που πέρασε στη ζωή της. Τώρα, με το τέλος του έτους, έκανε στο μυαλό της έναν απολογισμό.

Η Στέλλα ήταν πολύ κουρασμένη, βλέπετε ήταν η πρώτη της χρονιά στο γυμνάσιο! Μόλις που είχε συνηθίσει το σύστημα με τους πολλούς καθηγητές. Διάβαζε πολύ και έκανε μεγάλες προσπάθειες, για να πάρει το πρώτο της πτυχίο στα Αγγλικά. Ήταν διαλυμένη. Αλλά αυτό που τη στενοχωρούσε περισσότερο ήταν ο θάνατος του πολυαγαπημένου της παππού την Παραμονή των Χριστουγέννων. Αυτό την έκανε να αμφισβητεί όλες τις θεωρίες περί μαγείας των Χριστουγέννων. Δεν μπορούσε ακόμα να χωνέψει πως δεν είχε προλάβει ούτε καν να πει στον παππού της για τελευταία φορά πόσο πολύ τον αγαπάει. Τσακώθηκαν τη μέρα πριν το θάνατό του για ένα ασήμαντο θέμα και δεν είχε προλάβει να του ζητήσει συγγνώμη. Αυτό δεν μπορούσε να το συγχωρήσει στον εαυτό της. Ο παππούς της ήταν ταυτόχρονα και μπαμπάς της, καθώς ο δικός της πατέρας την είχε εγκαταλείψει, όταν ήταν μωρό. Αυτό όμως δεν την πείραζε, διότι δεν τον είχε γνωρίσει. Ο παππούς της ήταν καταπληκτικός και στους δύο ρόλους που είχε αναλάβει, και αυτό δεν είχε προλάβει να του το πει.

Καθώς σκεφτόταν όλα αυτά, έπαιζε με μια μπάλα που είχε μέσα ένα σπιτάκι, και όταν την κουνούσες, έβλεπες να πέφτουν νιφάδες χιονιού. Ήταν το δώρο της γιαγιάς της –της το έδωσε, πριν επιστρέψει στο χωριό, ως δώρο Χριστουγέννων. Κάθε χρόνο περνούσαν όλοι μαζί τα Χριστούγεννα στο χωριό, αλλά φέτος η γιαγιά ζήτησε να πάει μόνη της για να πενθήσει. Φέτος δε θα έτρωγαν τα κουλουράκια της γιαγιάς που τα έφτιαχνε κάθε χρόνο τα Χριστούγεννα…

Η Στέλλα είχε ακούσει πως, αν σπάσεις μια μπάλα σαν κι αυτή που της δώρισε η γιαγιά της, πρέπει να κάνεις μια ευχή, γιατί θα πραγματοποιηθεί οπωσδήποτε. Βέβαια, η Στέλλα είχε πια μεγαλώσει και δεν πίστευε σε τέτοιες ανοησίες. Αλλά, πριν καλά- καλά το καταλάβει, η μπάλα γλίστρησε στο πάτωμα και έσπασε σε μυριάδες μικρά και μεγάλα κομμάτια! Χωρίς να χάσει χρόνο, η Στέλλα ευχήθηκε να είχε την ευκαιρία να αποχαιρετήσει τον παππού της. Ξαφνικά ένιωσε να νυστάζει.Και όμως το μεσημέρι είχε κοιμηθεί για δύο ώρες με εντολή της μητέρας της. Δεν ήταν λογικό να νυστάζει! Παρ’ όλα αυτά ένιωσε τα βλέφαρά της να κλείνουν και αποκοιμήθηκε.

Ξύπνησε στο κρεβάτι της, μέσα στο δωμάτιό της. Κοίταξε το ημερολόγιό της και είδε πως ήταν 24 Δεκεμβρίου! Μα πώς ήταν δυνατόν! Όταν κοιμήθηκε ήταν 31! Ζαλισμένη κατέβηκε τις σκάλες και είδε τη μαμά της, τη γιαγιά της και τον παππού της να τρώνε πρωινό! Περίεργα πράγματα σκέφτηκε, μάλλον τρελάθηκα! Ξεπερνώντας το δισταγμό της, έτρεξε και αγκάλιασε τον παππού της, σαν να είχε να τον δει χρόνια! Τότε κατάλαβε πως η μόνη λογική εξήγηση για όλα αυτά ήταν η ευχή της… Είχε πιάσει!

Ανέβηκε πάνω στο δωμάτιό της και έβαλε βιαστικά τα ρούχα της. Όταν όμως κατέβηκε πάλι στην κουζίνα, είδε την καρέκλα του παππού άδεια! Τρομοκρατημένη ρώτησε τη μαμά της: «Μαμά, πού είναι ο παππούς;» Και εκείνη απάντησε ήρεμα:«Είναι στο δωμάτιό του, όπως πάντα. Μα, τι σε έπιασε σήμερα με τον παππού;» Πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη φράση της εκείνη, η Στέλλα ανέβαινε ήδη τη σκάλα. Χτύπησε την πόρτα και μπήκε. Τον είδε να κάθεται στο γραφείο του και να γράφει κάτι. Μόλις την είδε, το έκλεισε βιαστικά μέσα σε έναν άσπρο φάκελο και το έβαλε μέσα στο κομοδίνο του.«Στελλίτσα!» αναφώνησε χαρούμενα, και η Στέλλα έτρεξε προς το μέρος του και του είπε:«Παππού, συγγνώμη για χθες! Πραγματικά συγγνώμη για τον χθεσινό ανόητο καβγά! Σ’ αγαπώ πολύ, παππού!»«Μα, Στελλίτσα μου, δε σου κράτησα καν κακία!» Αλλά η Στέλλα συνέχισε, σαν να μην είχε ακούσει: «Σήμερα θέλω να περάσουμε όλη τη μέρα μαζί! Θέλω να βγούμε έξω, να κάνουμε βόλτες και να φάμε γλυκά! Τι λες;»τον ρώτησε «Φυσικά και θέλω», απάντησε εκείνος και συνέχισε: «Νόμιζα όμως πως σήμερα θα έλεγες τα κάλαντα με τη φίλη σου.»«Θα την πάρω τηλέφωνο να το ακυρώσω. Θέλω να πούμε μαζί τα κάλαντα!» είπε με ενθουσιασμό η Στέλλα.

Μετά το τηλεφώνημά της στη φίλη της, έβαλαν τα γάντια τους και τα κασκόλ τους και βγήκαν έξω. Φυσικά πήραν μαζί τους και τη μαμά και τη γιαγιά της Στέλλας, δεν ήθελαν να τις αφήσουν μόνες! Έπαιξαν χιονοπόλεμο, είπαν τα κάλαντα, έφαγαν γλυκά και περπάτησαν στην πλατεία Αριστοτέλους. Η Στέλλα έκανε πατινάζ και έκαναν βόλτα στην παραλία. Τι όμορφη που ήταν η Θεσσαλονίκη στολισμένη γιορτινά! Τα "αστέρια" της έλαμπαν φωτισμένα στην οδό Τσιμισκή και στην Αγίας Σοφίας. Η πλατεία Αριστοτέλους ήταν πόλος έλξης μεγάλων και μικρών με το καρουσέλ και το παγοδρόμιο. Το ίδιο και το κατάφωτο χριστουγεννιάτικο χωριό με το παγοδρόμιο μέσα στην Έκθεση αλλά και τη "ρόδα" στην Αριστοτέλους πάνω από την Εγνατία. Η Στέλλα πίστευε πως τα Χριστούγεννα στην Θεσσαλονίκη θα ήταν τόσο βαρετά, κι όμως είχε τόσο άδικο!

Αργά το απόγευμα, όταν γύρισαν στο σπίτι εξαντλημένοι, κάθισαν να δουν μια χριστουγεννιάτικη ταινία. Η Στέλλα βολεύτηκε στον καναπέ δίπλα στον αγαπημένο της παππού. Κατά τη διάρκεια της ταινίας, εκείνος στράφηκε προς το μέρος της και της είπε:«Στελλίτσα μου, σε αγαπώ πάρα πολύ! Είσαι το καλύτερο παιδί στον κόσμο!» Μόλις τελείωσε η ταινία, η Στέλλα κοίταξε τον παππού της. Τα μάτια του ήταν κλειστά και είχε ένα μεγάλο χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του. Τα χέρια του ήταν κρύα και έμοιαζε πολύ χλωμός. Η Στέλλα κατάλαβε και ξέσπασε σε λυγμούς μέσα στην κρύα του αγκαλιά.

Από πολύ μακριά ένιωσε τη μαμά της να της λέει: « Έλα, Στελλίτσα μου, ξύπνα!» και τη σκούντηξε ελαφρά στον ώμο. «Σήκω απ’ την καρέκλα σου, κοντεύει μεσάνυχτα.Πρέπει να υποδεχτούμε το νέο χρόνο». Εκείνη σηκώθηκε αγουροξυπνημένη και φίλησε τη μαμά της. Τώρα πια δεν ήταν στενοχωρημένη, αλλά είχε ένα χαμόγελο στα χείλη της. Η μητέρα της της έδωσε μια μπλε σακούλα με τα rollersπου της είχε υποσχεθεί. Μετά της παρέδωσε και έναν άσπρο φάκελο. Η Στέλλα τον αναγνώρισε αμέσως. Ήταν ο φάκελος που είχε κρύψει ο παππούς στο κομοδίνο του! Τον άνοιξε βιαστικά και άρχισε να διαβάζει:

«Αγαπημένη μου Στελλίτσα,

Χρόνια Πολλά! Καλά Χριστούγεννα! Τώρα που δε θα είμαι μαζί σας, θέλω να προσέχεις τη μαμά και τη γιαγιά σου και να μη τις στενοχωρείς. Αγαπημένο μου παιδί, να ξέρεις πως, επειδή δε θα μπορείς να με δεις, δε σημαίνει πως δεν είμαι δίπλα σου. Ελπίζω να ήμουν καλός πατέρας και παππούς.»

«Ο καλύτερος»ψιθύρισε η Στέλλα και συνέχισε:

«Στελλίτσα μου, είσαι το πιο καλόκαρδο πλάσμα που έχω γνωρίσει! Πάντα θα σε βοηθώ από ψηλά και θα στείλω κάποιον να σε φυλάει…

ο παππούς»

Η Στέλλα άρχισε να κλαίει, αυτή τη φορά όμως όχι από λύπη αλλά από χαρά. Αυτό το γράμμα της έδωσε δύναμη να συνεχίσει με αισιοδοξία τη ζωή της. Δεν υπήρχε περίπτωση να αμφισβητήσει ποτέ ξανά τη μαγεία των Χριστουγέννων.

Καθώς σκεφτόταν όλα αυτά, άκουσε ένα σκυλάκι να σιγοκλαίει έξω από την πόρτα! Χωρίς να διστάσει, την άνοιξε και πήρε στην αγκαλιά της το ξεπαγιασμένο κουτάβι. Με πολλή δυσκολία κατάφερε να πείσει τη μαμά της να το κρατήσουν. Από εκείνη το βράδυ η Στέλλα και η Λάρα–έτσι ονόμασε η Στέλλα το κουτάβι- έγιναν αχώριστες φίλες. Η Λάρα συνόδευε κάθε μέρα τη Στέλλα στο σχολείο και στο φροντιστήριο  και μετά την επέστρεφε στο σπίτι, όπως έκανε και ο παππούς της. Τελικά ο παππούς κράτησε την υπόσχεσή του.Έστειλε κάποιον να τη φυλάει…

Στεφανίδου Γαλάτεια