Στον ίδιο δρόμο

Είχε σχεδόν βραδιάσει. Η Δήμητρα προχωρούσε στο πεζοδρόμιο σκεπτόμενη τι είχε συμβεί πριν 7 χρόνια σε αυτή τη γειτονιά. Δεν ήθελε να το σκέφτεται αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Σκεφτόταν όλη την ιστορία από την αρχή... πώς δεν είχε ακόμα και η ίδια ιδέα τι συνέβαινε. Πότε δεν θα μπορούσε να πιστέψει ότι ο ίδιος της ο καθηγητής θα μπορούσε να το κάνει αυτό. Ήταν μόλις δεκαπέντε χρονών και δεν τα πήγαινε καλά στα μαθηματικά και ο πατέρας της την έστειλε να κάνει ιδιαίτερα μαθήματα με έναν καθηγητή μαθηματικών που έμενε στη γειτονιά. Μετά από λίγα μαθήματα όμως στο σπίτι του κυρίου Στάθη, αυτός την βίασε. Το γεγονός αυτό στιγμάτισε τη ζωή, όχι μόνο της Δήμητρας αλλά και της Ζωής, που είδε τον πατέρα της να το κάνει αυτό στην μαθήτριά του. Φυσικά αυτό είχε μείνει μυστικό και δεν έμαθε κανείς τίποτα. 

Καθώς τα σκεφτόταν όλα αυτά τα τραγικά συμβάντα του παρελθόντος της, είχε νυχτώσει και φοιτήτρια πια γύριζε να δει τον πατέρα της. Ξαφνικά άκουσε θορύβους από πίσω της. Κοίταξε, δεν είδε κανέναν και συνέχισε να περπατάει. Σε λίγη ώρα βλέπει κάποιον να την πλησιάζει από την άλλη πλευρά του δρόμου. Με το που άρχισε να διακρίνει τα γερασμένα πια χαρακτηριστικά του κυρίου Στάθη, μια έκφραση μίσους και τρόμου κάλυψε το πρόσωπό της. Δεν είπε τίποτα, μόνο συνέχισε να περπατάει με γρηγορότερους ρυθμούς. Έκοψε δρόμο μέσα από το πάρκο καθώς είχε λιγότερα φώτα και ήλπιζε ότι θα την χάσει από τα μάτια του. Κι όμως αυτός την ακολούθησε μέσα στο σκοτεινό πάρκο. Την έπιασε από τον ώμο και η Δήμητρα, γυρνώντας κατατρομαγμένη, προσπάθησε να φύγει μακριά του. 

Αυτός με μια γρήγορη κίνηση την έριξε κάτω. Προσπάθησε να επαναλάβει αυτό που ήδη είχε συμβεί. Η Δήμητρα άρχισε να φωνάζει, μάταια βέβαια, κανείς δεν την άκουγε. Δεν μπορούσε να σκεφτεί καθαρά. Ξαφνικά, καθώς ούρλιαζε για βοήθεια πήρε μια πέτρα που βρισκόταν τόση ώρα μέσα στο χέρι της. Τον χτύπησε τόσες φορές στο κεφάλι που άρχισαν σιγά σιγά να τρέχουν στάλες αίματος πάνω της. Είχε θολώσει, δεν σκεφτόταν. Τον χτύπησε τόσο, όσο χρειαζόταν για να σιγουρευτεί πως είχε σταματήσει να αναπνέει. 

Μόλις κατάλαβε τι είχε κάνει, κοίταξε το πτώμα προσπαθώντας να βρει μια λύση να ξεφύγει. Πήρε τηλέφωνο τη Ζωή, η οποία είχε απομακρυνθεί από τον πατέρα της για αυτό που είχε κάνει 7 χρόνια πριν. Της είπε τι ακριβώς συνέβη, και αυτή ήρθε αμέσως, έντρομη στον τόπο του εγκλήματος. Ευτυχώς, ήταν χειμώνας, η Δήμητρα φορούσε γάντια, άρα δεν είχαν μείνει τα δακτυλικά της αποτυπώματα πουθενά. Η Ζωή είπε στην Δήμητρα να φύγει, να πλυθεί, να ηρεμίσει, να δεί τον πατέρα της και... να μην αποκαλύψει αυτό το γεγονός πουθενά αλλού. 

Αυτή “θα το κανόνιζε”. 

Τελικά όντως η ιστορία αυτή δεν μαθεύτηκε, το πτώμα “εξαφανίστηκε” και οι δύο νεαρές γυναίκες δεν μίλησαν ποτέ ξανά για αυτό, ούτε καν μεταξύ τους, παρόλο που πολλές φορές επιθυμούσαν να συζητήσουν για εκείνο το βράδυ.

Φώλα Δεμίρη Μιμίκα

Σχολιασμοί

Φραγκάκη