Τα δάκρυα ενός αγγέλου

Ξύπνησε μέσα στη βροχή ενός φθινοπωρινού πρωινού. Μα τι σημασία είχε τώρα πια. Μια νεκρή ψυχή εγκλωβισμένη σ’ ένα επίγειο σαρκίο. Η ώρα είναι επτά. Πρέπει να βιαστεί! Να πάει στην «καθωσπρέπει» δουλειά της, στην «πακεταρισμένη» ευτυχία της, να φτάσει ψηλά - εκεί που οι άλλοι προστάζουν -, να ικανοποιήσει φιλοδοξίες. Η τέλεια ζωή της την περιμένει στη στροφή του δρόμου, μόνο που σήμερα αποφάσισε να ακολουθήσει ένα ξεχωριστό μονοπάτι…
- «Τι ήθελες από τη ζωή;»
- «Τα πάντα!»
- «Και τι έχεις τώρα;»
- «Το απόλυτο κενό…» 
Οι δροσοσταλίδες κυλούν πάνω στο τζάμι, μα η σταγόνα της αγάπης ποτέ δεν άγγιξε το χλωμό της πρόσωπο. Επιθυμούσε να βγει έξω, να φωνάξει, να αφήσει τη βροχή να εξαγνίσει την ψυχή της. Ο ρυθμικός χτύπος του ρολογιού της υπενθυμίζει πόσο ρευστό και αναλώσιμο είναι αυτό που ονομάζουμε ζωή. Αντίστροφη μέτρηση, αδυσώπητος χρόνος. Κάθε δευτερόλεπτο που περνάει κι ένα βήμα πιο κοντά στο νήμα του τερματισμού, και μια στιγμή που δεν γυρίζει πίσω. Στέκεται μπροστά στον παλιό καθρέφτη. Μια σκιά αυτό που βλέπει, ένα επιφανειακό "φαίνεσθαι". Το "είναι" της έχει πλέον χαθεί στα σκοτεινά υπόγεια της καρδιάς της, παρασύροντας μαζί χαμένες ελπίδες της ζωής που δεν έζησε.
Βυθίζεται στην ανυπαρξία του εαυτού της, στην άβυσσο που την τραβάει αλύπητα στον πάτο.

- «Στη διαδρομή θα υπάρχει πάντα ένας συνοδοιπόρος.»
- «Εκτός κι αν αποφασίσεις να βαδίσεις μοναχός σου στις ράγες…»
Γεννήθηκε από λάθος άλλων, υπάρχει γιατί έτσι πρέπει, όμως δε ζει, γιατί η ζωή ψιθυρίζει το μυστικό της μόνο στους εκλεκτούς. Έχει εθιστεί πλέον στον πόνο και στη ματαιότητα. Κάποτε ήθελε να αδράξει το στερέωμα και να το κλείσει στις παλάμες της. Ένα αστέρι θα έπαιρνε το όνομά της, το αστέρι αυτό όμως σήμερα αργοσβήνει, κι αυτό το κάποτε χάθηκε στη δίνη του ανεκπλήρωτου. Όταν ήταν μικρή, μια νεράιδα της είπε πως θα γνωρίσει έναν πρίγκιπα κι έτσι γέμισε χρυσόσκονη τα γκρίζα όνειρά της. Τώρα ξέρει πως οι πρίγκιπες έχουν εκλείψει, οι γυάλινοι πύργοι έχουν γίνει κομμάτια και η αγκαλιά της έχει μείνει άδεια...

- «Τι σου έλειψε στη ζωή σου πιο πολύ;»
- «Η θαλπωρή μιας οικογένειας.»
Άνθρωποι πολλοί έρχονται και παρέρχονται, κάποιοι μένουν, άλλοι είναι περαστικοί διαβάτες, αμέτοχοι παρατηρητές και υπάρχουν κι αυτοί που μονάχα μια στιγμή ακουμπάνε τα φτερά τους πάνω μας και στη συνέχεια περνούν στην σφαίρα των αναμνήσεων. Μέσα από τις σχέσεις αναζητάμε τον εαυτό μας, την ολοκλήρωση, την ταύτιση. 

- «Τελικά είναι οι άνθρωποι αυτοί που σε πληγώνουν ή η απουσία τους;»
- «Υποθέτω πως ο δυνάστης της ψυχής μου είναι ο ίδιος μου ο εαυτός…»
Στο σπίτι επικρατεί σιωπή, μια λήθη που αντικατοπτρίζει τις ρωγμές του ετοιμόρροπου εαυτού της. Εικόνες από τη ζωή της εναλλάσσονται μπροστά στα μάτια της, μια αμαξοστοιχία που πέρασε χωρίς να περιμένει και δίχως να συγχωρεί λάθη. Μια μελαγχολία μούδιασε όλο της το κορμί. Ένα απύθμενο κενό που πηγάζει από την απώλεια, την έλλειψη. Πάντα αναζητούσε το νόημα της ύπαρξής της. Έψαχνε την έξοδο από τον λαβύρινθο της ζωής, ήθελε να φτάσει στην πολυπόθητη Ιθάκη αλλά οι Κύκλωπες την τσάκιζαν στα κύματα εμποδίζοντάς την να γευτεί τη μαγεία της περιπλάνησης. Ένα δάκρυ κυλάει στο πρόσωπό της. 

- «Είχες τα πάντα. Γιατί δεν μπόρεσες να είσαι ευτυχισμένη;»
- «Δεν είχα το σημαντικότερο, τον εαυτό μου!»
Με μια απότομη κίνηση σπάει τον καθρέφτη, προσπαθώντας να ξορκίσει τους δαίμονες του παρελθόντος. Το κόκκινο του αίματος της θυμίζει πως είναι ακόμα ζωντανή. Είναι άραγε; Μοναξιά... αυτό αισθανόταν. Είναι δύσκολο να χάνεις τους ανθρώπους, ακόμη πιο οδυνηρό όμως είναι να χάνεις τις ισορροπίες μέσα σου. Δεν μπόρεσε ποτέ να αγαπήσει κάποιον αληθινά, ίσως γιατί ποτέ δεν αγάπησε το πληγωμένο παιδί που σπάραζε στις φυλακές της καρδιάς της.

- «Είσαι τρελή! Ποτέ κανένας δεν μπόρεσε να σε καταλάβει.»
- «Τρελός είναι αυτός που χάθηκε στην καταιγίδα των σκέψεών του και δεν μπόρεσε να βρει τα χνάρια της επιστροφής…»
- «Η ζωή σου ήταν γεμάτη λάθη.»
- «Ένα ήταν το λάθος, το ότι δεν ακολούθησα την φλόγα των ονείρων μου και τ’ άφησα να σβήνουν στο φύσημα του αέρα...»
Αναρωτιόταν τι ήταν αυτό που την κρατούσε στη ζωή. Πάντα άλλοι όριζαν τις επιλογές της, το τέλος όμως θα το έδινε η ίδια, ένα τέλος λυτρωτικό που θα την οδηγούσε στην κάθαρση. Βγήκε στο μπαλκόνι. Ένα ρίγος την διαπέρασε. 
- «Γιατί με εγκαταλείπεις; …Γιατί;» 
Τα τελευταία λόγια σκορπίστηκαν στον αιθέρα. Ήξερε πως το τέλος πλησίαζε μα δεν δείλιασε. Όλα είχαν τελειώσει πια. Έκλεισε τα μάτια και αφέθηκε να ενωθεί με το σύμπαν…
Τίποτα πλέον δεν μπορούσε να την πληγώσει. Η ψυχή της ελευθερώθηκε από τα ανθρώπινα δεσμά και πέταξε στα σύννεφα. Η φωνή της συνείδησής της - ερχόμενη από το παρελθόν φορτωμένη θύμησες - σώπασε για πάντα. Η τελευταία πράξη είχε παιχτεί. Η αυλαία έπεσε στην τραγωδία της ζωής της, ένα πρελούδιο ακούστηκε από μακριά και ψηλά στον ουρανό ένας άγγελος άφησε να κυλήσει το τελευταίο δάκρυ…
Πέτκου Κωνσταντίνα