Ιστορία της παραλιακής

Μόλις είχε δύσει ο ήλιος και σιγά -σιγά όλοι άρχισαν να μαζεύονται στα σπίτια τους. Δεν με ένοιαζε. Ήθελα να περπατήσω, να χαθώ. Δίπλα μου, η θάλασσα φουρτουνιασμένη έμοιαζε να είναι θλιμμένη, σαν να με καταλάβαινε και να με συμπονούσε. Από την άλλη, μικρά μαγαζάκια γεμάτα χαρά και γέλια με προκαλούσαν. Ο καιρός μουντός, σκοτεινός. Περπατούσα από το λιμάνι... και είχα φτάσει στον Λευκό Πύργο, μα και πάλι ένιωθα πως πνιγόμουν. Ο Λευκός Πύργος που άλλες μέρες φάνταζε ένα λευκό, πανέμορφο δημιούργημα τώρα μου φαίνονταν σαν φυλακή. Αποφάσισα να προχωρήσω λίγο ακόμα. Δίπλα μου, τα αμάξια περνούσαν γρήγορα και βιαστικά και διέκρινα μέσα τους ουκ ολίγα χαρούμενα πρόσωπα. 

Κάθισα σε ένα παγκάκι δίπλα σε ένα μεγάλο, επιβλητικό μα και γυμνό δέντρο. Απέναντι μου, μπροστά από τη θάλασσα ένας παππούλης που πουλούσε σαλέπι και ζεστή σοκολάτα. Ένιωθα το κρύο να με διαπερνά και έτσι αποφάσισα να αγοράσω ένα ποτήρι σοκολάτα. Έμεινα εκεί για πολύ ώρα, χωρίς να κάνω τίποτα. Απλώς παρατηρούσα τι συνέβαινε γύρω μου. Κάμποσες φορές ήρθαν και μου ζήτησαν χρήματα. Άνεργοι, ζητιάνοι, αθίγγανοι, μαύροι και ένα μικρό κοριτσάκι. 

Ήταν μικρό - γύρω στα 6 - με μακριά ξανθά μαλλιά και καταπράσινα, αμυγδαλωτά μάτια. Το πρόσωπό της δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Ήταν σαν ένας μικρός άγγελος. Στάθηκε μπροστά μου και με παρακάλεσε. Την ρώτησα πώς την έλεγαν και μου απάντησε με μια τρεμάμενη φωνή « Με λένε Ελπίδα». Την ρώτησα πόσο χρονών ήταν και γιατί δεν ήταν στο σπίτι της τέτοια ώρα. Σπάραξε η καρδιά μου όταν μου είπε πως φοβάται να πάει σπίτι της. Κάθισε δίπλα μου και μου μίλησε. Μου είπε πως ο μπαμπάς της είχε χάσει τη δουλειά του και πως κάθε βράδυ γυρνούσε αργά στο σπίτι μεθυσμένος. Την είδα να τουρτουρίζει από το κρύο και της έδωσα το μπουφάν μου. Της πρότεινα να πάμε μία βόλτα. Της αγόρασα σάντουιτς και γλυκά για να φάει. Πέθαινε της πείνας... Καθώς περπατούσαμε μου έλεγε πόσο πολύ ήθελε να πάει ξανά σχολείο. Ήταν άριστη μαθήτρια μα οι γονείς της την έβαλαν να ζητιανεύει και έτσι δεν μπορούσε να πάει σχολείο. 

Καθώς περπατούσαμε την είδα να κοιτάει στον ουρανό και να παρατηρεί τα πουλιά που πετούσαν άτακτα και γρήγορα από πάνω μας. Η ιστορία αυτού του κοριτσιού με έκανε να ξεχάσω τη λύπη και τον θυμό μου αλλά και με βοήθησε στο να καταλάβω πως υπάρχουν άνθρωποι που δεν είναι τόσο τυχεροί όσο εμείς. 

Έπρεπε να φύγω. Ήταν περασμένες 9 και θα με περίμεναν σπίτι. Μπροστά μου υψωνόταν το μοντέρνο αλλά και επιβλητικό κτήριο του μεγάρου μουσικής. Είχε μία στάση για λεωφορείο εκεί. Της είπα πως έπρεπε να φύγω. Μου έδωσε το μπουφάν μου, αλλά για να μην κρυώνει της έδωσα το φούτερ μου. Έγραψα σε ένα χαρτάκι το τηλέφωνο μου και της είπα να με πάρει όποτε με χρειαστεί. Ακόμα, της έδωσα 25 ευρώ να τα κρύψει και όποτε πεινάσει ή χρειαστεί κάτι να τα χρησιμοποιήσει. Άρχισα να απομακρύνομαι και την είδα να πηγαίνει και να κάθεται σε ένα παγκάκι, να βγάζει ένα μικρό, παλιό κινητό και να μιλά με κάποιον. Πήγα και κάθισα στην στάση και την κοιτούσα μέχρι να έρθει το λεωφορείο.

Μετά από δέκα λεπτά ήρθε και την πήρε ένας ψηλός, γεροδεμένος άνδρας. Έμεινα να την κοιτάω μέχρι που χάθηκε από το οπτικό μου πεδίο. Επεξεργαζόμουν τα πάντα γύρω μου. Τα καινούργια μεγάλα γήπεδα με τα παιδιά που έπαιζαν μέσα τους, τα ζευγαράκια που περπατούσαν χέρι-χέρι. 

Είδα από μακριά να έρχεται το λεωφορείο μου. Σε όλη τη διαδρομή κοιτούσα έξω από το παράθυρο σαν να τα έβλεπα όλα για πρώτη φορά. Κάτι είχε αλλάξει μέσα μου μετά από αυτή τη συνάντηση με το μικρό κοριτσάκι. Ήταν γεμάτη ενέργεια και ελπίδα και με έκανε να ξεχάσω όλα μου τα προβλήματα. 

Έβλεπα τη χριστουγεννιάτικη διακόσμηση, τα αμέτρητα λαμπάκια, τις γιρλάντες. 

Μπαλκόνια και είσοδοι όλα στολισμένα! 

Όλα ήταν καινούργια!

Γιορτή!

Μαριάννα Χρόνη

Σχολιασμοί

Τηλιακού

Μαυρίδου