Ημερολόγιο

7 Σεπτεμβρίου 2011,

Θεσσαλονίκη

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,

Μου δημιουργήθηκε η επιθυμία να σου γράψω σήμερα, για μια εμπειρία που έζησα το προηγούμενο Σάββατο, μιας και ήταν τόσο συναρπαστική που χωρίς αμφιβολία θα μείνει ανεξίτηλη τόσο στο μυαλό μου, όσο και στην καρδιά μου.

Ήταν οκτώ το πρωί όταν χτύπησε το ξυπνητήρι. Αμέσως πετάχτηκα από το κρεβάτι μου και κατευθύνθηκα στο δωμάτιο των γονιών μου. Προσπαθούσα να τους ξυπνήσω περίπου ένα τέταρτο, μέχρι που εξαντλήθηκε η υπομονή μου και άρχισα να χοροπηδάω πάνω στο κρεβάτι τους φωνάζοντας αλλεπάλληλες φορές « Ναι, ναι, ναι! Ήρθε η μέρα! Σήμερα! Σήμερα θα πάμε στο χωριό, στο Μελισσοχώρι!». Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί πλέον οι άνθρωποι δεν εκτιμούν την αξία της υπαίθρου. Αποξενώνονται σε ένα μουντό, στενάχωρο και αποπνικτικό διαμέρισμα και ζουν απομονωμένοι ο ένας από τον άλλον μες το άγχος της πόλης. Έχουν μάθει βέβαια να εξασφαλίζουν τα απαραίτητα για την επιβίωση τους, αλλά δεν έχουν μάθει να ζουν.

Οι αποσκευές μας ήταν έτοιμες από την προηγούμενη ημέρα, οπότε δεν είχαμε άλλες εκκρεμότητες. Αφού φάγαμε πρωινό, επιβιβαστήκαμε στο αυτοκίνητο και έτσι το ταξίδι μας ξεκίνησε..

Μέχρι να βγούμε από το κέντρο της Θεσσαλονίκης επικρατούσε μεγάλη κίνηση. Κόκκινα, μαύρα, άσπρα... τα αυτοκίνητα, το ένα πίσω από το άλλο, σχημάτιζαν μακριές λωρίδες. Ανάλογος συνωστισμός υπήρχε και στα καταστήματα, καθώς ο άνθρωπος είναι καταναλωτικό ον, πόσο μάλλον σε μια μεγάλη πόλη που μπορεί να προσφέρει τόσες πολλές δυνατότητες. Φανάρια, κορναρίσματα, φωνές, καβγάδες, αλλά και γλυκές μελωδίες, μελωδίες που προέρχονταν από έναν άνεργο καλλιτέχνη που μέσω της τέχνης του προσπαθούσε να βγάλει τα προς το ζην.

Όταν αρχίσαμε να απομακρυνόμαστε, αντικρίσαμε μια υποανάπτυκτη περιοχή, η οποία δεν έμοιαζε καθόλου με το κέντρο της Θεσσαλονίκης. Τα κτήρια, ένα προς ένα, υποδήλωναν την φτώχια και το περιθώριο. Όσο περνούσε η ώρα, πλήθαιναν τα εργοστάσια που συναντούσαμε, με αποτέλεσμα τα καυσαέρια και οι καπνοί που παρήγαγαν, να θολώνουν τον κάποτε γαλάζιο ουρανό και να κρύβουν την λάμψη του ήλιου.

Έπειτα, ακολούθησε η ομορφιά της υπαίθρου. Ο ήλιος ήταν κρυμμένος πίσω από αμέτρητα σύννεφα, τα οποία έδιναν την αίσθηση ότι ο ουρανός είναι μια απέραντη φουρτουνιασμένη θάλασσα γεμάτη κύματα και αφρούς. Όπου γυρνούσες το κεφάλι σου έβλεπες το μεγαλείο της φύσης. Καθώς κινούνταν το αυτοκίνητο, είχα ανοικτό το παράθυρο μου και παρατηρούσα την ποικιλία των δέντρων. Το καθένα είχε μια ιδιαίτερη απόχρωση του πράσινου και όλα μαζί έμοιαζαν να δίνουν πνοή στην περιοχή. Πουλιά πετούσαν από κλαδί σε κλαδί, και ανά τακτά χρονικά διαστήματα συναντούσαμε σκιουράκια και αλεπούδες που κινούνταν δραστήρια ανάμεσα στα δέντρα. Στον ορίζοντα, εμφανιζόταν επιβλητικός ο Όλυμπος με ένα κάτασπρο πάπλωμα χιονιού στην κορυφή του.

Μετά από δύω ώρες ταξίδι, φτάσαμε επιτέλους στον προορισμό μας, στο πανέμορφο Μελισσοχώρι. Εγώ ήμουν κατενθουσιασμένη, σε αντίθεση με τους γονείς που έμοιαζαν περισσότερο να είναι κουρασμένοι. Ενώ προχωρούσαμε προς το εσωτερικό του χωριού, μονοκατοικίες η μια μετά την άλλη εμφανίζονταν μπροστά στα μάτια μας. Όλα σχεδόν τα σπίτια είχαν μεγάλο κήπο, με οπωροφόρα δέντρα και λουλούδια. Έπειτα, περάσαμε μπροστά από την πλατεία, η οποία περιστοιχιζόταν από πολλά πλατάνια, που προσέφεραν απλόχερα τον ίσκιο τους στους περαστικούς. Λίγο πιο κάτω, ήταν το δικό μας σπίτι που ξεχώριζε από μακριά ανάμεσα στα άλλα λόγω της γεμάτης με κόκκινα σταφύλια κληματαριάς. Αλλά αυτό που το έκανε τόσο ξεχωριστό ήταν η παρουσία του παππού μου, καθώς και το χαμόγελο του, αυτό το τόσο αληθινό χαμόγελο, ένα χαμόγελο μακριά από την υποκρισία της μεγαλουπόλεως. 

Δικιά σου,

Βάσω

Χιώτη Βασιλική