"Eλένη"

Η Εβραία Ελένη

Το όνομα της ήταν Ρεβέκκα!

Κάποιοι όμως την φώναζαν Ελένη...

Η Ρεβέκκα καθόταν στο αναμμένο τζάκι, παραδομένη στις σκέψεις της. Ένας δυνατός αναστεναγμός και τα νωπά της δάκρυα έδειχναν ότι δεν είχε ακόμα συνέλθει από τον τελευταίο καβγά με την μονάκριβη κόρη της. Στα αυτιά της ακόμα ηχούσε ο δυνατός χτύπος της πόρτας, καθώς η κόρη της έξαλλη για μια ακόμη φορά έφευγε από το σπίτι. Όσο συχνοί κι αν ήταν οι καβγάδες τους τελευταίους μήνες, δεν μπορούσε να μαλακώσει τον πόνο που της προκαλούσαν ούτε όμως και να υποχωρήσει. 

Τα προβλήματα άρχισαν τον περασμένο Ιούνιο, όταν η μονάκριβή της κόρη, η Άννα, επέστρεψε στην Αθήνα, έχοντας αποφοιτήσει από μια από τις πιο ξακουστές σχολές Καλών Τεχνών του Παρισιού. Η Ρεβέκκα ήταν πολύ περήφανη για την κόρη της που όπως φαίνεται κληρονόμησε το ταλέντο της μητέρας της στη ζωγραφική και κατάφερε να το αναδείξει μέσα από τις σπουδές και τη σκληρή δουλειά της. Φοιτήτρια ακόμα έκανε δύο πολύ πετυχημένες εκθέσεις των έργων της, παίρνοντας εξαιρετικές κριτικές. Και να, που επιτέλους ολοκλήρωσε τις σπουδές της και μπροστά της ξεδιπλωνόταν τώρα μια λαμπρή καριέρα. Η μητέρα της ένιωθε δικαιωμένη για τους κόπους της και τις θυσίες της. 

Η Ρεβέκκα μεγάλωσε μόνη της την Άννα, καθώς ο πατέρας της σκοτώθηκε σε τροχαίο δυστύχημα, όταν ήταν πολύ μικρή. Εργάστηκε πολύ σκληρά ως γραφίστρια εξασφαλίζοντας στην Άννα μια άνετη ζωή και αξιοζήλευτες σπουδές, αλλά κυρίως απόλυτη αφοσίωση και τρυφερότητα. Θυσιάζοντας τα δικά της όνειρα για καλλιτεχνική δημιουργία κι ακολουθώντας ένα προσοδοφόρο επάγγελμα δε σκέφτηκε ποτέ να παντρευτεί ξανά. 

Δεν μπορούσε ούτε στο χειρότερό της εφιάλτη να φανταστεί την ένταση και τα πικρά λόγια που αντάλλαξαν τους τελευταίους μήνες. Η Άννα της εκμυστηρεύτηκε από τις πρώτες μέρες της επιστροφής της ότι ήταν πολύ ευτυχισμένη και ερωτευμένη, με ένα συμφοιτητή της, όμορφο και ταλαντούχο. Της ανακοίνωσε ότι ο Γερμανός Γιόχαν κι εκείνη αποφάσισαν να μείνουν μαζί στην Ελλάδα. Όπως ήταν αναμενόμενο, η Ρεβέκκα θέλοντας να γνωρίσει καλύτερα τον αγαπημένο της κόρης της, τον προσκάλεσε να τον φιλοξενήσουν. Από την πρώτη στιγμή θαύμασε την ομορφιά του και την αγάπη του για τις τέχνες. Ήταν ένας πολύ καλλιεργημένος νέος που έδειχνε να αγαπά πραγματικά την Άννα.

Οι δύο πρώτες μέρες της συμβίωσής τους ήταν αρμονικές μέχρι τη στιγμή που ρωτώντας για την οικογένεια του Γιόχαν, έμαθε ότι ο πατέρας του ήταν ένα από τα μέλη του ακροδεξιού κόμματος της Γερμανίας, ενώ ο παππούς του ήταν φανατικός διώκτης των Εβραίων και διοικητής σε ένα από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Εκείνη τη στιγμή η Ρεβέκκα ένιωσε να «τυφλώνεται» από θυμό, έχασε την ψυχραιμία της κι έδιωξε με τις κλοτσιές το νεαρό, μιλώντας πολύ προσβλητικά τόσο για τον ίδιο όσο και για την οικογένεια του. Δήλωσε κατηγορηματικά στην κόρη της ότι πρέπει να τον ξεχάσει, γιατί διαφορετικά θα τη ξεγράψει από παιδί της. Στην ταραγμένη της ψυχή φούντωσε το μίσος, καθώς ξύπνησαν οι μνήμες του παρελθόντος. Ήταν μόλις δώδεκα χρονών όταν οι Γερμανοί συνέλαβαν τους γονείς της. Ακόμα ηχούν στα

αυτιά της τα ουρλιαχτά της μητέρας της, καθώς την έσερναν στο δρόμο και οι άγριες φωνές των Γερμανών στρατιωτών που έσπρωχναν με τις κάνες των όπλων τους συλληφθέντες για να ανέβουν στα φορτηγά. Είχαν προηγηθεί ατελείωτες μέρες και νύχτες κατά τις οποίες η Ρεβέκκα και οι γονείς της κρύβονταν από σπίτι σε σπίτι για να μην τους βρουν οι Γερμανοί. Εκείνο το βράδυ η Ρεβέκκα είχε επισκεφθεί ένα φιλικό τους σπίτι και επιστρέφοντας έγινε μάρτυρας της σύλληψης των γονιών της... αφού κάποιος είχε προδώσει το τελευταίο τους καταφύγιο. Ήταν έτοιμη να ορμήξει να τους σώσει, όταν ένας γείτονας την τράβηξε βιαστικά μέσα στο σπίτι του. Εκεί βρήκε προσωρινό καταφύγιο, μέχρι που κατάφεραν και την έστειλαν σε κάποιους μακρινούς συγγενείς της στην Αθήνα, με ψεύτικα χαρτιά και καινούριο όνομα... 

Ελένη!

Από τότε δεν έμαθε τίποτα για τους γονείς της, εκτός από το ότι μεταφέρθηκαν σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης, στο Άουσβιτς. Εκείνη έζησε την πικρή ορφάνια, δούλεψε από πολύ μικρή και στερήθηκε την οικογενειακή θαλπωρή. Ευτυχώς σε ηλικία 18 χρονών, γνώρισε τον πατέρα της Άννας, έναν ευαίσθητο άνθρωπο, με τον οποίο έζησε τα πιο όμορφα χρόνια της ζωής της. Εντελώς ξαφνικά όμως, αυτή η ανάπαυλα ευτυχίας διακόπηκε και η Ρεβέκκα έμεινε μόνη της να μεγαλώνει την κόρη της, την Άννα.

Και τώρα… Πρέπει να αποδεχτεί ως σύζυγο του παιδιού της, τον απόγονο των εκτελεστών των γονιών της; Η Ρεβέκκα δεν ήταν κακός άνθρωπος, είχε όμως βαθιές πληγές στην ψυχή της και δεν μπορούσε να δείξει ανωτερότητα και να συγχωρέσει. Από την άλλη κινδύνευε να χάσει την κόρη της, το πολυτιμότερο πράγμα που είχε στον κόσμο. Η Άννα αγαπούσε το Γιόχαν και ήταν αμετάπειστη. Έχοντας ανατραφεί από μια μητέρα με άπλετη αγάπη και δημοκρατικές αρχές, διακατεχόταν από ανοιχτό πνεύμα. Δεν είχε καθόλου προκαταλήψεις, αν και η μητέρα της της είχε αφηγηθεί το οικογενειακό της δράμα. Επομένως, δεν μπορούσε να καταλάβει την έκρηξη της μητέρας της και αυτό το αδυσώπητο μένος της. 

Ένας ακόμη αναστεναγμός συντάραξε τη Ρεβέκκα και το αποχαυνωμένο βλέμμα της έπεσε σε μια παιδική φωτογραφία της Άννας που βρισκόταν δίπλα στο αναμμένο τζάκι. Την παγωμένη σιωπή διέκοψε ο ήχος του τηλεφώνου. Ήταν από το νοσοκομείο όπου μεταφέρθηκε η Άννα. Οδηγώντας ταραγμένη έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου της και έπεσε πάνω σε μία κολώνα.

Η Ρεβέκκα ζούσε ένα ακόμη δράμα. Η μονάκριβη κόρη της διασωληνωμένη, σε κωματώδη κατάσταση στο νοσοκομείο και οι γιατροί να μη μπορούν να προβλέψουν την εξέλιξη της κατάστασης της. Επτά εφιαλτικά μερόνυχτα κύλησαν με την Άννα στην εντατική, τη Ρεβέκκα να αγωνιά και το Γιόχαν άγρυπνο συμπαραστάτη. Ούτε στιγμή δεν έφυγε από το πλευρό της αγαπημένης του, αν και απέφευγε να κοιτάξει τη Ρεβέκκα στα μάτια.

Η Άννα ανέκτησε τις αισθήσεις της, όμως νοσηλεύτηκε ένα μήνα στο νοσοκομείο και χρειάστηκε ένας ολόκληρος χρόνος για να ξεπεράσει τα κινητικά προβλήματα που της προκάλεσε ο τραυματισμός. Όλο αυτό το διάστημα ο Γιόχαν και η Ρεβέκκα στήριξαν την Άννα. Μαζί, σαν μια γροθιά μοιράστηκαν τον πόνο και την αγωνία για το αγαπημένο τους πρόσωπο.

Το μίσος και η διάθεση εκδίκησης της Ρεβέκκας κάμφθηκαν από την αγάπη του Γιόχαν για την κόρη της. Έτσι αποδέχτηκε τη σχέση τους, όμως ποτέ δε δέχτηκε να συναντήσει την οικογένειά του.

Κούνιο Αναστασία & Ζαφειρίδου Δήμητρα

Σχολιασμοί

Αμανατίδου