Η αναζήτηση ασύλου στο βωμό από τον Θηραμένη, η βίαιη επίθεση και σύλληψη του και η ιστορική έφοδος του Πολυτεχνείου

Στη διάρκεια του καθεστώτος των τριάκοντα παρουσιάστηκαν πολλές αυθαιρεσίες σε βάρος των πολιτών. Ανέβαλαν συνεχώς τη σύνταξη νόμων, προσπαθούσαν να επιβάλλουν στη βουλή και στις άλλες αρχές ανθρώπους που ήταν φιλικά προσκείμενοι σε αυτούς και δε δίσταζαν να προβούν σε βιαιότητες και σε ακρότητες εναντίον των αντιπάλων τους. Ο Θηραμένης εξ αρχής εξέφραζε τις αντιρρήσεις του και τόνιζε ότι οι ακραίες αυτές καταστάσεις (π.χ. εκτελέσεις) δεν θα ωφελούσαν ούτε τους κυβερνόντες ούτε τους πολίτες. Οι αυθαιρεσίες, όμως, συνεχίζονταν και οι άδικες εκτελέσεις αθώων πολιτών πλήθαιναν. Στο πλαίσιο αυτό, ο Κριτίας αποφάσισε να συντάξει τον κατάλογο των τρισχιλίων, μια ενέργειά που αναμφισβήτητα επιδείνωσε το χάος και την τρομοκρατία.

Στις συνθήκες αυτές ο Θηραμένης θεωρήθηκε ένα σοβαρό εμπόδιο για τις παρανομίες τους και για το λόγο αυτό κάποιοι από τους ομοϊδεάτες του άρχισαν να τον συκοφαντούν στους βουλευτές. Ο Θηραμένης καλείται συνεπώς, να υπερασπίσει τον εαυτό του και να υποστηρίξει ότι οι ακρότητες του καθεστώτος είναι άδικες και επιζήμιες για όλους. Η δίκη όμως καταλήγει σε παρωδία καθώς ο Κριτίας με την παρουσία των νεαρών μαχαιροφόρων αναγκάζει τους βουλευτές να καταδικάσουν τον Θηραμένη. Η ωμή τρομοκρατία φανερώνει ότι στο τυραννικό καθεστώς καταλύθηκε κάθε έννοια νομιμότητας κι ότι ο νόμος έγινε παιχνίδι στα χέρια των ισχυρών.

Στο πλαίσιο αυτό ο Θηραμένης βρίσκεται εγκλωβισμένος και καταφεύγει στο βωμό προσπαθώντας να αποφύγει το προδιαγεγραμμένο τέλος του. Η κίνηση αυτή σχετίζεται με έναν ιερό θεσμό την εποχής. Είναι πασίγνωστος, άλλωστε, από την ιστορία και την λογοτεχνία ο σεβασμός προς τους «ικέτες» που έχουν καταφύγει σε κάποιο βωμό ή ιερό καθώς ο βωμός θεωρείται τόπος ιερός και συνεπώς τόπος ασυλίας. Είναι δηλαδή κάτι το ιερό, το ασφαλές και το απαραβίαστο. Οι χώροι αυτοί προστατεύονταν από τους θεούς και σ’ αυτούς έβρισκαν συνήθως καταφύγιο άνθρωποι κατατρεγμένοι που το είχαν ανάγκη. Οι «ικέτες» προσέφευγαν στα ιερά των θεών γνωρίζοντας ότι εκεί μπορούν να είναι προστατευμένοι. Ο Θηραμένης, λοιπόν, όπως ακριβώς και η Ελένη του Ευριπίδη καταφεύγει στον βωμό ζητώντας από τους θεούς να τον προστατεύσουν από τις αυθαιρεσίες του Κριτία. 

Ο Θηραμένης ενώ βρίσκεται στον βωμό προσπαθεί να πολεμήσει την αδικία που βιώνει και να προειδοποιήσει τους βουλευτές για την καταπάτηση των δικαιωμάτων τους... Και το αποτέλεσμα! Ο «ικέτης» αυτός καταλήγει να σέρνεται βίαια από τα υποχείρια της εξουσίας, τον Σάτυρο και τους υπηρέτες των τριάκοντα. Ο ιερός χώρος με τον τρόπο αυτό παραβιάζεται και καταπατείται ενώ παράλληλα παραβιάζονται βασικά ανθρώπινα δικαιώματα όπως είναι η επιθυμία του Θηραμένη να υπερασπίσει τον εαυτό του ενώπιον της δικαιοσύνης.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΑΣΥΛΟ – ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ

Η παραβίαση όμως ενός πνευματικού χώρου δεν παρατηρείται μόνο στην αρχαιότητα. Η λέξη άσυλο με την διαχρονική της ισχύ, χρησιμοποιείται στις μέρες μας για να δηλώσει, πέρα από ένα θρησκευτικό χώρο, το απαραβίαστο των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων. Ο θεσμός αυτός καθιερώθηκε με αφορμή την στρατιωτική επέμβαση στο Μετσόβειο Πολυτεχνείο στις 17 Νοέμβρη 1973.

Η Εξέγερση του Πολυτεχνείου το Νοέμβριο του 1973 ήταν η κορυφαία αντιδικτατορική εκδήλωση και ουσιαστικά προανήγγειλε την πτώση της Χούντας των Συνταγματαρχών, η οποία από τις 21 Απριλίου 1967 είχε επιβάλλει καθεστώς στυγνής δικτατορίας στη χώρα.

Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε το 1973 που βρίσκει τον ηγέτη της δικτατορίας, Γεώργιο Παπαδόπουλο να έχει ξεκινήσει μια διαδικασία φιλελευθεροποίησης του καθεστώτος, η οποία συμπεριλάμβανε την αποφυλάκιση των πολιτικών κρατουμένων και την μερική άρση της λογοκρισίας, καθώς και υποσχέσεις για νέο σύνταγμα και εκλογές στις 10 Φεβρουαρίου 1974 για επιστροφή σε πολιτική διακυβέρνηση. 

Στελέχη της αντιπολίτευσης, μπόρεσαν έτσι να ξεκινήσουν πολιτική δράση ενάντια της χούντας. Η χούντα, στην προσπάθειά της να ελέγξει κάθε πλευρά της πολιτικής, είχε αναμιχθεί στον φοιτητικό συνδικαλισμό από το 1967, απαγορεύοντας τις φοιτητικές εκλογές στα πανεπιστήμια, στρατολογώντας υποχρεωτικά τους φοιτητές και επιβάλλοντας μη εκλεγμένους ηγέτες των φοιτητικών συλλόγων στην Εθνική Φοιτητική Ένωση Ελλάδας (ΕΦΕΕ). Αυτές οι ενέργειες όπως είναι φυσικό δημιούργησαν έντονα αντιδικτατορικά αισθήματα στους φοιτητές, και η πρώτη δημόσια εκδήλωση διαμαρτυρίας ενάντια στη χούντα ήρθε στις 21 Φεβρουαρίου 1973 όταν ξεσηκώθηκαν οι φοιτητές της Αθήνας και συγκεντρώθηκαν στο Πολυτεχνείο. Οι αναταραχές ξεκίνησαν λίγο νωρίτερα, στις 5 Φεβρουαρίου, όταν οι φοιτητές του Πολυτεχνείου αποφάσισαν αποχή από τα μαθήματά τους. Στις 13 Φεβρουαρίου γίνεται διαδήλωση μέσα στο Πολυτεχνείο και η χούντα παραβιάζει το πανεπιστημιακό άσυλο, δίνοντας εντολή στην αστυνομία να επέμβει. 11 φοιτητές συλλαμβάνονται και παραπέμπονται σε δίκη. Με αφορμή αυτά τα γεγονότα, στις 21 Φεβρουαρίου, περίπου τρεις με τέσσερις χιλιάδες φοιτητές της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κατέλαβαν το κτίριο της σχολής στο κέντρο της Αθήνας επί της οδού Σόλωνος.

Η εξέγερση που ξεκίνησε στις 14 Νοεμβρίου του 1973 επρόκειτο να αποτελέσει την κορύφωση των αντιδικτατορικών εκδηλώσεων καθώς οι φοιτητές συγκεντρώθηκαν στο προαύλιο του Πολυτεχνείου και αποφάσισαν την κήρυξη αποχής από τα μαθήματα, με αίτημα να γίνουν εκλογές για τους φοιτητικούς συλλόγους τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους και όχι στα τέλη του επόμενου χρόνου, όπως είχε ανακοινώσει το καθεστώς. 

Το απόγευμα της ίδιας μέρας πάρθηκε η απόφαση για κατάληψη του Πολυτεχνείου. Οι πόρτες έκλεισαν και από τότε άρχισε η οργάνωση της εξέγερσης. Το πρώτο βήμα ήταν η εκλογή Συντονιστικής Επιτροπής, στην οποία μετείχαν 22 φοιτητές και 2 εργάτες, με σκοπό να καθοδηγήσει τον αγώνα. Επιπλέον, δημιουργήθηκαν επιτροπές σε όλες τις σχολές για να οργανώσουν την κατάληψη και την επικοινωνία με την ελληνική κοινωνία. Άρχισαν να μαζεύονται ολοένα και περισσότεροι φοιτητές στο Πολυτεχνείο, αλλά και άλλοι που πληροφορήθηκαν το νέο. Για το σκοπό αυτό άρχισε να λειτουργεί ένας ραδιοφωνικός σταθμός, αρχικά στο κτήριο του Χημικού και αργότερα στο κτήριο των Μηχανολόγων, με εκφωνητές τη Μαρία Δαμανάκη και τον Δημήτρη Παπαχρήστου. Το, πλέον ιστορικό, μήνυμά τους ήταν: «Εδώ Πολυτεχνείο! Λαέ της Ελλάδας το Πολυτεχνείο είναι σημαιοφόρος του αγώνα μας, του αγώνα σας, του κοινού αγώνα μας ενάντια στη δικτατορία και για την Δημοκρατία». 

Στις 3 τα ξημερώματα της 17ης Νοεμβρίου αποφασίζεται από την μεταβατική κυβέρνηση η επέμβαση του στρατού και το άρμα που βρισκόταν απέναντι από την κεντρική πύλη έλαβε εντολή να εισβάλλει και να γκρεμίσει την κεντρική πύλη. Ο σταθμός του Πολυτεχνείου καλούσε στους στρατιώτες να αψηφήσουν τις εντολές των ανωτέρων τους και στη συνέχεια ο εκφωνητής απήγγειλε τον Ελληνικό Εθνικό Ύμνο. Η μετάδοση συνεχίστηκε ακόμα και μετά την είσοδο του άρματος στον χώρο της σχολής. Οι φοιτητές που είχαν παραμείνει στο Πολυτεχνείο, μαζεύτηκαν στο κεντρικό προαύλιο, ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο.

Η πτώση της πύλης ακολουθήθηκε μετά από την είσοδο μιας μονάδας ενόπλων στρατιωτών των ΛΟΚ που οδήγησαν τους φοιτητές, χωρίς βία, έξω από το Πολυτεχνείο, μέσω της πύλης της οδού Στουρνάρα. Οι αστυνομικές δυνάμεις που περιμένουν στα δυο πεζοδρόμια της Στουρνάρα επιτίθενται στους φοιτητές, την έξοδο των οποίων αποφασίζουν να περιφρουρήσουν κάποιοι από τους στρατιώτες, οι οποίοι σε ορισμένες περιπτώσεις επενέβησαν και εναντίον των αστυνομικών που βιαιοπραγούσαν στους φοιτητές. Πολλοί φοιτητές βρίσκουν καταφύγιο σε γειτονικές πολυκατοικίες. Οι εκφωνητές του σταθμού του Πολυτεχνείου παρέμειναν στο πόστο τους και συνέχισαν να εκπέμπουν το ιστορικό μήνυμα για 40 λεπτά μετά την έξοδο.
Οι νεκροί του Πολυτεχνείου...
Οι στρατιώτες και αστυνομικοί έβαλαν με πραγματικά πυρά κατά πολιτών μέχρι και την επόμενη μέρα, με συνέπεια αρκετούς θανάτους στον χώρο γύρω από το Πολυτεχνείο, αλλά και στην υπόλοιπη Αθήνα. Κατά τη δίκη των υπευθύνων της χούντας υπήρξαν μαρτυρίες για τον θάνατο πολλών πολιτών κατά τη διάρκεια της εξέγερσης. Σύμφωνα με εκτιμήσεις χιλιάδες ήταν οι τραυματίες πολίτες.
Η δικτατορία κατέρρευσε στις 23 Ιουλίου του 1974, αφού είχε ήδη προηγηθεί η τουρκική εισβολή στην Κύπρο, όπου και κάλεσαν τον Κωνσταντίνο Καραμανλή να επιστρέψει στην Ελλάδα για να επαναφέρει τη δημοκρατική διακυβέρνηση.

ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ

Η καταδίκη του Θηραμένη και η στρατιωτική επέμβαση του 1973 όσο και αν απέχουν χρονικά μεταξύ τους πρόκειται για δύο ιστορικά γεγονότα που συγκλίνουν σε καίρια σημεία. Ο Θηραμένης και οι φοιτητές βιώνουν την καταπίεση και την παράβαση βασικών ανθρώπινων δικαιωμάτων και για το λόγο αυτό αναζητούν ο καθένας με τον τρόπο του διεξόδους διαφυγής. Μάχονται ενάντια στα τυραννικά καθεστώτα της εποχής τους διακινδυνεύοντας ακόμη και τη ζωή τους. Συγκεκριμένα, οι αυθαιρεσίες της εκάστοτε εξουσίας, οι παραπλανητικές υποσχέσεις δημοκρατικών διαδικασιών – η δήθεν ψήφιση συντάγματος από τους τυράννους και η υποτιθέμενη φιλελευθεροποίηση του καθεστώτος του Παπαδόπουλου - οι βιαιότητες και η καταπάτηση των ύψιστων ιδανικών όπως η ελευθερία ώθησαν τόσο τον ολιγαρχικό Θηραμένη όσο και τους φοιτητές στην αντίδραση. 

Στο πλαίσιο αυτό αναζητούν τόπους και τρόπους εκδήλωσης της αγανάκτησής τους. Ο Θηραμένης αναζητά άσυλο σε ένα θρησκευτικό χώρο ο οποίος και παραβιάζεται βάναυσα από τους παρακρατικούς των τριάκοντα. Οι φοιτητές από την άλλη χρησιμοποιούν ως καταφύγιο ένα χώρο πνευματικών αναζητήσεων. Η διαφορά τους, ωστόσο, έγκειται στο ότι ο Θηραμένης καταφεύγει σε ένα ήδη διαμορφωμένο ιερό χώρο -άσυλο ενώ οι φοιτητές συμβάλλουν στο να ταυτιστούν τα πανεπιστημιακά ιδρύματα με την έννοια του ασύλου. Η εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973 καταξιώνει ιστορικά και πολιτισμικά το πανεπιστημιακό άσυλο και το μετατρέπει σε σύμβολο της μαζικής αντίστασης κατά της δικτατορίας και του κρατικού αυταρχισμού. Το πανεπιστήμιο έτσι, καταγράφεται στο πολιτικό υποσυνείδητο ως ένας χώρος ιερός και απαραβίαστος, στον οποίο η κρατική εξουσία δεν δικαιούται να εισβάλλει αυθαίρετα, χωρίς άδεια των αρμόδιων πανεπιστημιακών αρχών. Στις 17 Νοεμβρίου 1973 ωστόσο, ο στρατός εισήλθε με τη βία και επενέβη, χωρίς να έχει δώσει την άδεια το αρμόδιο όργανο του Πολυτεχνείου.

Είναι σαφές ότι πρόκειται για δύο περιπτώσεις στη διάρκεια των οποίων βεβηλώνεται ένας πνευματικός χώρος από τη μία - ένας ιερός χώρος - και από την άλλη ένας εκπαιδευτικός. Οι τόποι αυτοί χρησιμοποιηθήκαν αρχικά ως καταφύγια αντίδρασης και εστίες επαναστατικές – ο Θηραμένης από τον βωμό φωνάζει στους βουλευτές να ξεσηκωθούν και οι φοιτητές καλούν το λαό να επαναστατήσει - αλλά καταλήγουν «βωμοί» της βίας και του αίματος.

Η περίπτωση της εξέγερσης του Πολυτεχνείου όπως και η αναζήτηση ασύλου στον βωμό από τον Θηραμένη κατέληξε σε αιματοχυσία, όχι γιατί ήταν «αντιδραστικοί», αλλά γιατί αποτελούσαν την φωνή του λαού. 

Εν κατακλείδι, δύο ξεχωριστά γεγονότα που όσο και αν απέχουν χρονικά μεταξύ τους, συγκλίνουν, εκμηδενίζοντας τον χρόνο και αφήνοντας πίσω τους ιστορικά ανεκτίμητες στιγμές.

Κομνηνάκη Αγγελική & Zαψαλής Κωνσταντίνος