Η δικαστική πλεκτάνη στην οποία έπεσε θύμα ο Θηραμένης, και οι αντίστοιχες πολιτικές, δικαστικές πλάνες μετά την εποχή του Θηραμένη, έως και σήμερα

Παρατηρώντας την εξέλιξη των πολιτικών συστημάτων διακυβέρνησης από την εποχή των Τριάκοντα τυράννων (404 π.Χ) μέχρι και σήμερα, παρατηρείται ότι η διαχείριση της εξουσίας υπαγορεύεται από το προσωπικό όφελος, τα συναισθήματα εκδίκησης-μίσους των κυβερνήσεων ή λοιπών συμφερόντων που αυτές εκφράζουν, και όχι από το αυτονόητο της άσκησης της εξουσίας προς όφελος των κοινωνιών. Έτσι, οι θεσμοί δε λειτουργούν, μα ελέγχονται και κατευθύνονται από τους κρατούντες. Στα πλαίσια αυτά, πολλές φορές κατασκευάζονται ένοχοι και στήνονται δίκες-παρωδίες, με τη δικαστική εξουσία να συμμετέχει άλλοτε συνειδητά, κι άλλοτε ασυνείδητα στο πολιτικό «παιχνίδι» των δικαστικών παρωδιών. 

Προς απόδειξη των παραπάνω, θα παραθέσουμε υποθέσεις αντίστοιχες με την άδικη καταδίκη του Θηραμένη. Πρώτα όμως, κρίνεται απαραίτητη η παρουσίαση της δίκης του Θηραμένη.

Η δίκη-παρωδία, η οποία οδήγησε στο θάνατο του Θηραμένη, ουσιαστικά ξεκίνησε από μια ρητορική μονομαχία. Μετά από το λόγο του Θηραμένη στη Βουλή που αναφερόταν στους όρους με τους οποίους οι Λακεδαιμόνιοι θα έκαναν ειρήνη – μιλώντας πάντα για την καταστροφή των Μακρών Τειχών- η πλειοψηφία του κοινού επιδοκίμασε τις προτάσεις του Θηραμένη και αποφάσισε να δεχτεί την ειρήνη του. Επειδή η συγκεκριμένη αντίδραση του κοινού δεν εξυπηρετούσε τους σκοπούς του, αμέσως ο Κριτίας παρενέβη ώστε να αποφευχθεί η αθώωση του και να πετύχει η καταδίκη του Θηραμένη. Για την επιτυχία του σκοπού αυτού, χρησιμοποίησε ως έμμεση απειλή για τους βουλευτές τους άντρες του - οπλισμένους με μαχαίρια - και παίρνοντας το λόγο, αφού θεώρησε τον εαυτό του προστάτη της βουλής, διέγραψε παράνομα το Θηραμένη από τον κατάλογο των τριών χιλιάδων πολιτών και τον καταδίκασε σε θάνατο, προκειμένου να προστατέψει το ολιγαρχικό πολίτευμα. Μετά την παράνομη καταδίκη του από τον Κριτία, ο Θηραμένης ανεβαίνοντας στο βωμό της βουλής, ικέτεψε τους βουλευτές να τηρήσουν τα νόμιμα και να μη δίνουν το δικαίωμα στον Κριτία να επιβάλλεται στη δική τους θέληση. Δήλωσε, επίσης, ότι γνωρίζει πως η καταφυγή του στο βωμό δε θα βοηθούσε τη σωτηρία του, καταδεικνύοντας έτσι, και την ασέβεια του Κριτία προς τους θεούς. Τέλος, τόνισε στους βουλευτές πως όσο εύκολα και αυθαίρετα σβήστηκε το δικό του όνομα από τον κατάλογο των «τρισχιλίων» με τον ίδιο τρόπο θα μπορούσε να σβηστεί και το δικό τους

Μετά από την παράνομη απόφαση του Κριτία και την επιβολή της στη βουλή, κλήθηκαν οι Έντεκα να συλλάβουν το Θηραμένη και να τον εκτελέσουν, με επικεφαλή τους το θρασύτατο και αναιδέστατο Σάτυρο. Τραβούσαν βίαια το Θηραμένη από το βωμό προς την εκτέλεση του, ενώ αυτός δε σταμάτησε στιγμή να φωνάζει και να διαμαρτύρεται για την ανεπίτρεπτη αδικία. Οι βουλευτές παρέμεναν σιωπηλοί μπροστά στην φοβερή πράξη που εκτυλισσόταν. Δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα έτσι όπως ήταν, περικυκλωμένοι από τους οπλισμένους φρουρούς του Κριτία. Ο Θηραμένης οδηγήθηκε μέσα από την Αγορά στο δεσμωτήριο και υποχρεώθηκε να πιει το κώνειο. Αυτό ήταν και το άδικο τέλος του (τέλη 404/αρχές 403 π.Χ.).

Αποδεδειγμένες δικαστικές πλεκτάνες μετά τη δίκη του Θηραμένη, μέχρι και σήμερα.

Υπόθεση Ντρέιφους (Dreyfus)

To 1894, οδηγήθηκε ενώπιον της γαλλικής δικαιοσύνης ο αξιωματικός του πυροβολικού Alfred Dreyfus, με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Η πολύκροτη «Υπόθεση Ντρέιφους» χαρακτηρίστηκε ως μία από τις μεγαλύτερες δικαστικές πλάνες ενώ αποτέλεσε σημείο αντιπαράθεσης στη γαλλική κοινωνία με πολίτες και λογοτέχνες να καταγγέλλουν την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Μετά τη λήξη του Γαλλο-Πρωσικού πολέμου (1870-1871), ο Γερμανός πρέσβης στο Παρίσι Κόμης Münster είχε δώσει το λόγο του στην κυβέρνηση της χώρας ότι οι ακόλουθοί του θα σταματούσαν κάθε απόπειρα δωροδοκίας Γάλλων αξιωματούχων. Παρόλα αυτά, ένας συνταγματάρχης με το όνομα Maximilian Von Schwartzkoppen, συνέχιζε την καταβολή πληρωμών προς κατασκόπους, κάτι που είχε πέσει στην αντίληψη της Υπηρεσίας Στατιστικής που γι’ αυτό το λόγο τον είχε υπό παρακολούθηση. Από τη παρακολούθηση αυτή, έγινε γνωστό ότι το 1892 γαλλικά κρατικά μυστικά που αφορούσαν την εθνική άμυνα της χώρας, είχαν διαρρεύσει προς τους Γερμανούς. Συγκεκριμένα, ανάμεσα στα έγγραφα που βρέθηκαν από την έρευνα της Υπηρεσίας Στατιστικής, υπήρχε μια ανυπόγραφη επιστολή ιδιαίτερης σημασίας που απευθυνόταν στον στρατιωτικό ακόλουθο Schwartzkoppen. Το έγγραφο αυτό, ήταν μια επιστολή κάποιου πληροφοριοδότη που υποσχόταν στον Schwartzkoppen μια σειρά από αναφορές που αφορούσαν πλήθος εμπιστευτικών στρατιωτικών ζητημάτων, (πιθανότερο απορρήτων). Το έγγραφο, ως ντοκουμέντο προδοσίας, υπεβλήθη στον υπουργό των Στρατιωτικών, ο οποίος διέταξε την άμεση έναρξη των ανακρίσεων και την ταχεία σύλληψη και καταδίκη του προδότη.

Ο κύριος λόγος που ο νεαρός αξιωματικός του πυροβολικού Alfred Dreyfus θεωρήθηκε ύποπτος για προδοσία, φαίνεται να ήταν το αντισημιτικό αίσθημα, καθώς είχε εβραϊκή καταγωγή. Οι αλλεπάλληλες γραφολογικές εξετάσεις που σημείωναν διαφορά μεταξύ των δυο γραφικών χαρακτήρων και απεδείκνυαν την ενοχή του αξιωματικού. Ωστόσο οι Γάλλοι επέλεξαν να προχωρήσουν στην σύλληψη του Dreyfus.

Ο νεαρός αξιωματικός δήλωσε αθώος και μάλιστα προσέφερε τα κλειδιά του σπιτιού του για περαιτέρω έρευνα, η οποία δεν έγινε. Άμεσα οδηγήθηκε στη στρατιωτική φυλακή όπου υποχρεώθηκε να δώσει επανειλημμένα δείγματα γραφής. Κανένα από αυτά δεν έφερε ίδια χαρακτηριστικά με το ενοχοποιητικό έγγραφο από τη γερμανική πρεσβεία. Ο γραφολόγος Bertillon τελικά, παρά την απουσία ομοιοτήτων, υποστήριξε στο τελικό πόρισμά του ότι ο Dreyfus «αυτοπλαστογράφησε» τον ίδιο του τον γραφικό χαρακτήρα και ότι «ήταν ένοχος χωρίς καμία επιφύλαξη». Η διερεύνηση για την αλήθεια όμως σύντομα έγινε δυσκολότερη, όταν ο Τύπος «μπλέχτηκε» στην υπόθεση. Οι εφημερίδες σύντομα έφεραν τίτλους για τη μυστική σύλληψη στην υπόθεση κατασκοπείας, με πολλές να τονίζουν πρώτα απ’ όλα την εβραϊκή καταγωγή του κατηγορούμενου.

Ο Dreyfus οδηγήθηκε στο στρατοδικείο, όπου καταδικάστηκε ομόφωνα. Έτσι, αφού παύθηκε τελετουργικά από το στρατιωτικό του αξίωμα, εξορίστηκε και φυλακίστηκε στο Νησί του Διαβόλου, στη Νότια Αμερική.

To 1896, ωστόσο, ο επικεφαλής της γαλλικής αντικατασκοπείας υποκλέπτει επιστολή του ταγματάρχη πεζικού Ferdinand Walsin Esterhazy προς τη γερμανική πρεσβεία, η οποία αποδεικνύει ότι αυτός είναι ο πραγματικός ένοχος. Η ηγεσία του γαλλικού στρατού ωστόσο προτιμά να συγκαλύψει την υπόθεση, παρά να παραδεχθεί το σφάλμα της και την κακοδικία εις βάρος του Dreyfus. Ο Esterhazy διαφεύγει μάλιστα στη Βρετανία, γεγονός που καθιστά ακόμα πιο δύσκολη την περίπτωση αναψηλάφισης της υπόθεσης.

Επιπλέον, ο νεαρός αξιωματικός φορτώνεται κι άλλες κατηγορίες βασισμένες σε έγγραφα που κατασκευάστηκαν από υπάλληλο των μυστικών υπηρεσιών ακριβώς για να επιβεβαιωθεί η ενοχή του. Με την δεύτερη δίκη έρχεται και δεύτερη καταδίκη για τον Alfred Dreyfus, ο οποίος όμως εξασφάλισε χάρη λίγο αργότερα, λόγω ελαφρυντικών. Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Γαλλίας ανέτρεψε τελικά την καταδίκη του Dreyfus το 1906.

Η δίκη των έξι

Με τον όρο «Δίκη των έξι» έχει καταγραφεί στην ελληνική ιστορία η δίκη από έκτακτο στρατοδικείο, στο οποίο οδηγήθηκαν από την επαναστατική επιτροπή και κατηγορήθηκαν ως υπεύθυνοι για τις συνέπειες της Μικρασιατικής εκστρατείας, -δηλαδή για την Μικρασιατική καταστροφή- οι Γεώργιος Χατζανέστης, διοικητής της στρατιάς της Μικράς Ασίας, Δημήτριος Γούναρης, πρώην πρωθυπουργός, Μιχαήλ Γούδας, υποναύαρχος και πρώην υπουργός, Ξενοφών Στρατηγός, υποστράτηγος και πρώην υπουργός, Νικόλαος Στράτος, πρώην πρωθυπουργός, Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, πρώην πρωθυπουργός, Νικόλαος Θεοτόκης και Γεώργιος Μπαλτατζής, υπουργοί σε σχέση με τα στρατιωτικά και οικονομικά θέματα στην κυβέρνηση Γούναρη, αντίστοιχα. Η δίκη διεξήχθη από τις 31 Οκτωβρίου έως τις 15 Νοεμβρίου 1922. Αν και οι κατηγορούμενοι ήταν οκτώ, η δίκη έμεινε γνωστή ως Δίκη των έξι, λόγω των έξι εκτελέσεων που αποφασίστηκαν μετά την ετυμηγορία και πραγματοποιήθηκαν την ίδια σχεδόν ημέρα. Το περιστατικό αυτό αποτελεί ένα από τα πιο δραματικά επεισόδια του Εθνικού Διχασμού.
Η δίκη κράτησε 14 συνεδριάσεις. Κατά τη διάρκεια αυτών, εξετάστηκαν 12 μάρτυρες κατηγορίας και 12 υπεράσπισης. Επιτυχία της κατηγορούσας αρχής υπήρξε ότι οι περισσότεροι μάρτυρες κατηγορίας προέρχονταν από το αντιβενιζελικό στρατόπεδο, όπως και οι κατηγορούμενοι , ενώ η επαναστατική επιτροπή ήταν προσκείμενη του κόμματος των Φιλελευθέρων-Βενιζελικών. Στις 15 Νοεμβρίου το δικαστήριο αποσύρεται και ανακοινώνεται η ετυμηγορία: ισόβια φυλάκιση για το Γούδα και το Στρατηγό και ποινή θανάτου στους υπόλοιπους έξι.

Στους έξι θανατοποινίτες ανακοινώθηκε ότι η εκτέλεση θα γινόταν σε δύο ώρες. Υποβολή ενδίκων μέσων δεν προβλεπόταν για τους καταδικασθέντες. Κατά τη διάρκεια της ανακρίσεως οι κρατούμενοι βρίσκονταν σε απομόνωση, ενώ τους στερήθηκε και η πρόσβαση σε έγγραφα απαραίτητα για την υπεράσπισή τους. Όταν ο Γούναρης άκουσε το κατηγορητήριο δήλωσε: «Δεν έχει τίποτε που να στηρίζεται μέσα εις το κατηγορητήριον και αυτό με ανησυχεί. Έχουν εξασφαλίσει την καταδίκην μας και δεν καταβάλλουν προσπάθειαν δια να δημιουργήσουν λόγους φαινομενικώς ισχυρούς».

Οι θανατοποινίτες μεταφέρθηκαν στο χώρο της εκτέλεσης στο Γουδί. Μία ώρα αργότερα και οι 6 έπεσαν νεκροί. Την ίδια μέρα κηδεύτηκαν στο Α' Νεκροταφείο, κάτω από αυστηρά μέτρα ασφαλείας.

Η επίσπευση της εκτέλεσης των 6 έγινε με προτροπή του Πάγκαλου. Ο στρατηγός ήθελε να μην τους προλάβει ζωντανούς ο πλοίαρχος Talbot, που έφθασε λίγο αργότερα στην Αθήνα ως απεσταλμένος της Αγγλικής Κυβέρνησης για να πιέσει την κυβέρνηση να αναβάλει την εκτέλεση των θανατικών ποινών. Ο ρόλος του Ελευθερίου Βενιζέλου δεν είναι απόλυτα ξεκαθαρισμένος. Ο ίδιος είχε αποσυρθεί από την πολιτική και βρίσκονταν στο εξωτερικό «μη αναμιγνυόμενος», όπως έλεγε, στις κυβερνητικές υποθέσεις. Ένα τηλεγράφημά του προς την κυβέρνηση για τις δυσμενείς επιπτώσεις της εκτέλεσης έφθασε την επομένη στις 16 Νοεμβρίου.

Η εκτέλεση των 6 έγινε, κυρίως, για να ικανοποιηθεί το λαϊκό αίσθημα και όχι γιατί πραγματικά είχαν διαπράξει προδοσία σε βάρος της Ελλάδας. Την άποψη αυτή επαληθεύουν τα λόγια του Θεόδωρου Πάγκαλου, χρόνια αργότερα: «Δεν παραδέχομαι ότι διέπραξαν συνειδητή προδοσία… αλλά υπήρξαν μοιραία και αναγκαία θύματα στον βωμό της Πατρίδος».
Εκτός από τις αποδεδειγμένες δικαστικές πλάνες, υπάρχουν δικαστικές υποθέσεις, οι οποίες αν και δεν χαρακτηρίστηκαν επισήμως ως πλεκτάνες, εμφανίζουν κοινά χαρακτηριστικά με την υπόθεση του Θηραμένη και γι’αυτό αξίζει και να αναφερθούν.

Υπόθεση Ann-Dorothy Chapman

Η Ann-Dorothy Chapman ήταν μια νεαρή Βρετανίδα δημοσιογράφος η οποία βρέθηκε νεκρή τον Οκτώβριο του 1971 στο Καβούρι στην Αθήνα. Η δολοφονία της χρεώθηκε από τις αρχές σ’έναν τυχαίο άνθρωπο με το όνομα Νίκος Μουντής. Σύμφωνα με δημοσιογραφικές έρευνες χρόνων, είναι πλέον γνωστό πως η Chapman ήταν πράκτορας της Μ16 (Βρετανική Μυστική Υπηρεσία) και πως η αποστολή της στην Ελλάδα ήταν συνυφασμένη με την αποκάλυψη ενός Σοβιετικού κατασκόπου, ο οποίος είχε εισχωρήσει είτε στην Μ16 είτε στην Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών και υπέκλεπτε στοιχεία για το Κυπριακό ζήτημα. Το πιο πιθανόν είναι να πιάστηκε στη μέση μιας βεντέτας ανάμεσα στα μυστικά αφεντικά της στο Λονδίνο και της ΚΥΠ στην Αθήνα. Έτσι εξηγείται και η πρωτοφανής συμπεριφορά της βρετανικής κυβέρνησης που έκανε υπέρμετρες προσπάθειες να αποτρέψει την αναγνώριση του πτώματος της Τσάπμαν από τους γονείς της, εμπόδισε την περεταίρω έρευνα και στη συνέχεια αποτέφρωσε παράνομα το σώμα της μετά από εντολή του υπουργείου Εσωτερικών. Όλα αυτά προκάλεσαν το ερώτημα γιατί ήθελαν όλοι, εκτός της οικογένειας της Chapman, να κλείσει ταχύτατα η έρευνα για το φόνο της. Η δίκη του Μουντή δεν ξαναέγινε, και συνεπώς δεν αθωώθηκε. Ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης του έδωσε χάρη, καθώς σε μια δίκη ίσως να ακούγονταν αλήθειες που δε θα συνέφεραν το κράτος.

Υπόθεση Dominique Strauss-Kahn

Στις 14 Μαΐου 2011 συνελήφθη στο αεροδρόμιο της Νέας Υόρκης ο Dominique Strauss-Kahn και του απαγγέλθηκαν κατηγορίες σεξουαλικής επίθεσης και απόπειρας βιασμού 32χρονης καμαριέρας ξενοδοχείου στο οποίο διέμενε. Λίγο καιρό αργότερα, οι δικαστικές αρχές της Νέας Υόρκης αποδέχτηκαν την πρόταση για αποφυλάκιση του Strauss-Kan με υψηλή εγγύηση και με κατ’οίκον περιορισμό. Την 1η Ιουλίου 2011 αφέθηκε ελεύθερος χωρίς εγγύηση, αλλά υπό τον όρο να μείνει στις ΗΠΑ, καθώς διαπιστώθηκαν ανακολουθίες στις καταθέσεις της καμαριέρας του ξενοδοχείου. Τρεις μήνες μετά τη σύλληψή του, στις 22 Αυγούστου 2011, η εισαγγελία της Νέας Υόρκης ζήτησε να αποσυρθούν οι σε βάρος του κατηγορίες, δεδομένου ότι υπήρχε αξιοπιστία της καμαριέρας ήταν αμφισβητήσιμη, λόγω ψευδών της δηλώσεων κατά τις καταθέσεις της και το δικαστήριο συμφώνησε. 

Πιστεύεται πως η υπόθεση Dominique Strauss-Kahn ήταν προγραμματισμένη από πολιτικούς του αντιπάλους. Συγκεκριμένα, υπάρχουν τρεις εκδοχές. Η πρώτη αναφέρει πως κάποιος που θα μπορούσε να επιδιώκει την καταστροφή του Strauss- Kahn, είναι κάποιοι Γάλλοι πολιτικοί που ίσως επιθυμούσαν να τον… ξεφορτωθούν από αντίπαλο στις επόμενες προεδρικές εκλογές. Μια άλλη εκδοχή είναι πως επρόκειτο για παγίδα των Αμερικανών που πιθανόν να μην ήθελαν ένα Γάλλο μέσα στο ΔΝΤ, ενώ, παράλληλα, είναι πιθανό να θέλησαν να στείλουν και ένα μήνυμα στους υπόλοιπους Ευρωπαίους πως ο επικεφαλής στον παγκόσμιο οικονομικό τομέα είναι οι ΗΠΑ. Μια τρίτη θεωρία συνωμοσίας θέλει τους Γερμανούς να κρύβονται πίσω από την υπόθεση Strauss- Kahn, αφού την πτώση του συγκεκριμένου πολιτικού θα έμεναν οι μόνοι κυρίαρχοι στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η δίκη του Θηραμένη υπήρξε μια παρωδία γιατί καταργήθηκε κάθε νόμος με την αυθαίρετη και αυταρχική συμπεριφορά του Κριτία, ο οποίος τρομοκρατώντας του βουλευτές-δικαστές, με τη βοήθεια των οπλισμένων ανδρών του, κατήργησε την ελεύθερη βούληση αυτών. Αντίστοιχα, και οι υπόλοιπες μεταγενέστερες υποθέσεις παρουσιάζουν παρόμοια στοιχεία. Με άλλα λόγια, είναι αρκετά προφανές πως σε όλες τις περιπτώσεις έχουμε αυθαιρεσία της εξουσίας, η οποία εκδηλώνεται με τη δημιουργία ψευδών κατηγοριών και το σχεδιασμό δικαστικών παρωδιών με σκοπό την εξυπηρέτηση συμφερόντων της κρατικής εξουσίας. Το χαρακτηριστικό είναι ότι πάντα συμβαίνει αυτή η κατάσταση, παρά τα διαφορετικά πολιτεύματα. Και το πιο πιθανό είναι να συνεχίσει να συμβαίνει, αφού αναμφισβήτητα σε κάθε χρονική περίοδο υπάρχουν άτομα, τα οποία το κράτος επιθυμεί να καταστρέψει, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, και η δημιουργία μιας προσχεδιασμένης, «στημένης» δίκης αποτελεί σχετικά βολικό τρόπο με τον οποίο μπορεί να επιτευχθεί η καταστροφή.

Κατσικοπούλου Μυρτώ & Σπάρτσης Βύρων