Οι αυθαιρεσίες και η"σιωπή" των τριάκοντα σε σχέση με την κατάχρηση εξουσίας από τους σύγχρονους πολιτικούς

Ο όρος «τριάκοντα» δε σηματοδοτεί απλά έναν αριθμό αλλά μία πολιτική αρχή καθώς όταν αργότερα, και μετά από συγκρούσεις με τους δημοκρατικούς, εξοντώθηκαν κάποιοι, οι υπόλοιποι εξακολουθούσαν να φέρουν τον τίτλο αυτό. Η αρχή τους κράτησε περίπου οχτώ μήνες (Ιούλιος του 404 - Φεβρουάριος του 403 π.Χ.), οπότε και καταλύθηκε από τον Θρασύβουλο και τους εξόριστους δημοκρατικούς.

Η προϋπόθεση με την οποία ο δήμος εξέλεξε τους τριάκοντα ως κυβερνητικό σώμα υπήρξε η σύνταξη και η δημοσίευση νόμων, σύμφωνα με τους οποίους θα διοικούσαν την πόλη. Όμως, η εκλογή τους επέφερε ολοκληρωτική αλλαγή στις ενέργειες και στις πράξεις τους. Η διακήρυξη της αποκατάστασης του πατροπαράδοτου, ακραίου δημοκρατικού πολιτεύματος στην πραγματικότητα αποτέλεσε μία πλάνη λόγου, καθώς μ’αυτήν υπονοούνταν η επαναφορά του ολιγαρχικού καθεστώτος. Επιπρόσθετα, το νομικό πλαίσιο που θα καθόριζε έστω στοιχειωδώς την άσκηση της εξουσίας τους και θα τους δέσμευε στην επιλογή των ενεργειών τους, δεν το κοινοποίησαν αφού ποτέ δεν το συνέταξαν, αλλά ασκώντας παρελκυστική πολιτική επιδίωκαν να κερδίσουν χρόνο, να επιφέρουν σύγχυση και αποδιοργάνωση στο λαό και να εδραιωθούν στην εξουσία, χωρίς ωστόσο να συγκρουστούν με την Σπάρτη. Ακόμα, οι τριάκοντα μετέβαλλαν και τον τρόπο εκλογής των 500 Αθηναίων πολιτών όπως είχε διαμορφωθεί από τους Σόλωνα, Εφιάλτη και Κλεισθένη, αναπροσαρμόζοντας τους με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να διασφαλίζεται το δικό τους συμφέρον. Αδιάσειστη απόδειξη, είναι ότι την εποχή των τριάκοντα τυράννων τα μέλη εκλέγονταν από έναν κατάλογο χιλίων πολιτών μόνο, που ήταν ιδιαίτερα έμπιστοι σ' αυτούς και συνήθως επαναπατριζόμενοι πολιτικοί εξόριστοι. Τοιουτοτρόπως, διακρίνεται για μία ακόμα φορά η δολιότητα των τυράννων, η ανασφάλειά τους και η πρόθεση τους να εγκαταστήσουν παράνομα στα θεσμικά όργανα διοίκησης του κράτους δικούς τους ανθρώπους, αφού αυθαίρετα υποκατέστησαν με τη δική τους θέληση τη λαϊκή κυριαρχία. Επιπλέον, ενώ είχαν εκλεγεί ως μεταβατικό σχήμα προσωρινής διάρκειας, διέλυσαν την Ηλιαία, το κατεξοχήν δημοκρατικό αντιπροσωπευτικό δικαστήριο, και παραχώρησαν στη βουλή δικαστικές αρμοδιότητες που εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα τους. Τέλος, κατάργησαν τη μυστική ψηφοφορία σε όλες τις διαδικασίες. Όμως, τέτοιες μεταρρυθμίσεις και αλλαγή του καθεστώτος δεν προέβλεπαν οι όροι ειρήνης.

Στην πορεία της θητείας τους επιζητούν την ένοπλη φρουρά από τη Σπάρτη, επικαλούμενοι ότι θέλουν να ρυθμίσουν το πολίτευμα. Στην πραγματικότητα όμως νιώθουν ανασφαλείς από την πίεση των δημοκρατικών πολιτών και ζητούν ερείσματα από τους Λακαιδεμονίους, ώστε να προβούν σε αθρόες προγραφές των πολιτών, για να εδραιώσουν την εξουσία τους προς ίδιον όφελος. Έτσι και με την υποστήριξη της στρατιωτικής δύναμης από τη Σπάρτη με αρμοστή τον Καλλίβιο προβαίνουν χωρίς προσχήματα πια σε συλλήψεις εύπορων πολιτών, τις περιουσίες των οποίων δημεύουν, και κυρίως ισχυρών δημοκρατικών παραγόντων τους οποίους φοβούνται και τους καταδικάζουν σε θάνατο με πλαστές κατηγορίες. 

Οι αυθαιρεσίες αλλά και η ανεξέλεγκτη και ανόσια συμπεριφορά των τριάκοντα αντικατοπτρίζονται και από την παρωδία της δίκης του Θηραμένη, μέσω της οποίας υποδηλώνεται η βαθύτατη πολιτική και ηθική κρίση που περνά η Αθήνα αυτή την περίοδο. Κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής της δεν καταλύθηκαν μόνο οι δημοκρατικοί θεσμοί της πόλης και δεν αλλοιώθηκε απλώς η σύνθεση των θεσμικών οργάνων της, αλλά αλλοιώθηκε και η στοιχειώδης έννομη τάξη και η διαδικασία στη λήψη των δικαστικών αποφάσεων. Παρά λοιπόν την πρόθυμη διάθεση των βουλευτών να αθωώσουν το Θηραμένη, ο Κριτίας εμφανίζεται ως «προστάτης» των δικαστών, που θέλει να τους προφυλάξει από τη διάπραξη δικαστικής πλάνης, καθώς παρασύρθηκαν και εξαπατήθηκαν από το λόγο του Θηραμένη. Μ’αυτό τον τρόπο «απαγορεύεται» η ελεύθερη έκφραση της βούλησής τους. Τον κύκλο της ανομίας και της αυθαιρεσίας τους ενισχύει και η διαγραφή του ονόματος του Θηραμένη από τον κατάλογο των τρισχιλίων, που οι ίδιοι οι τριάκοντα συνέταξαν, καταδικάζοντας τον μ' αυτό τον τρόπο σε θάνατο. Το γεγονός αυτό πιστοποιεί ότι καταργείται κάθε έννοια νομιμότητας, αφού οι τύραννοι δε σέβονται ούτε τις δικές τους αποφάσεις. Ο νόμος γι'αυτούς δεν είναι δεσμευτικός ούτε στήριγμα και εγγύηση της πολιτικής ζωής, αλλά όπλο. Μάλιστα για να εξασφαλίσει ότι δε θα υπάρξει αντίρρηση από κανέναν, υποστηρίζει ότι μιλά ως εκπρόσωπος όλων των τριάκοντα τυράννων.

Επομένως, από τα προαναφερθέντα διαπιστώνεται ότι είναι πολλές οι αυθαιρείες του Κριτία εφόσον, συνίσταται στην παράνομη διακοπή της δίκης, στην πρόσκληση των νεαρών μαχαιροφόρων, στη διαγραφή του Θηραμένη από τον κατάλογο των τρισχιλίων και στον εξαναγκασμό των τριάκοντα και των βουλευτών να συνεργήσουν στην καταδίκη του Θηραμένη. Μετά την ανακοίνωση της απόφασης του δικαστηρίου, ο Θηραμένης αντιδρά στις ανήθικες αποφάσεις των τριάκοντα και πιο συγκεκριμένα του Κριτία, προσπαθώντας να μεταπείσει τους δικαστές και καταφεύγει στο βωμό, που κατά κάποιο τρόπο αποτελούσε ασπίδα προστασίας για τον ίδιο, επειδή ήταν ιερός τόπος. Όμως, για ακόμα μία φορά ο Κριτίας επιδεικνύει πόσο αδίστακτος είναι καθώς διαπράττει ακόμη μία αυθαιρεσία προστάζοντας να συλλάβουν το Θηραμένη.

Μπορεί λοιπόν τα χρόνια να πέρασαν και η πολιτική ζωή να έχει μεταβληθεί, όμως η ανθρώπινη φύση δεν αλλάζει, εφόσον οι ενέργειες και αποφάσεις της ανακυκλώνονται με το πέρασμα του χρόνου. 

Εκ πρώτης όψεως μπορεί να ισχυριστεί κανείς, ότι η πολιτική κατάσταση όπως αυτή περιγράφεται παραπάνω ουδεμία σχέση έχει με την σημερινή πολιτική κατάσταση στις χώρες του δυτικού κόσμου. Αυτό οφείλεται κυρίως στην ωρίμανση των θεσμών που ασκούν και ελέγχουν την πολιτική. Οι πολιτικές κρίσεις μέσα από τις οποίες έχει περάσει η ανθρωπότητα, πόλεμοι, εμφύλιες συγκρούσεις, ολοκληρωτικά καθεστώτα, είχαν ως αποτέλεσμα την δημιουργία ισχυρών δομών είτε σε εθνικό είτε σε διεθνές επίπεδο για την διασφάλιση της δημοκρατίας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων και ελευθεριών. Ωστόσο αν επιχειρήσουμε μια γενίκευση αύτο στο οποίο καταλήγουμε είναι πως η διαφορετικότητα ως προς την πολιτική κατάσταση, έγκειται στο γεγονός ότι οι καταστρατηγήσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων εξακολουθούν να γίνονται αλλά με διαφορετικούς τρόπους. Προκειμένου να αποφευχθεί η παρέμβαση των διαφόρων θεσμών που προστατεύουν τα δικαιώματα αυτά, δεν γίνεται ποτέ ευθεία επίθεση όπως συμβαίνει στα κείμενα του Ξενοφώντα. Πάντα χρησιμοποιούνται δημοκρατικά προκαλύμματα και έτσι επιτυγχάνεται ο στόχος των εκάστοτε κυβερνητών χωρίς να προκαλείται το λαϊκό αίσθημα.

Η παγκόσμια ιστορία έχει να προβάλλει πολλά παραδείγματα τέτοιου τύπου. Πολέμους στο όνομα της παγκόσμιας ειρήνης ή της καταπολέμησης της τρομοκρατίας, ανατροπή δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων και επιβολή ολοκληρωτικών καθεστώτων στο όνομα της αποκατάστασης της πολιτικής σταθερότητας κλπ. Συνεπώς μπορεί να ισχυριστεί κανείς πως η αυθαιρεσία των κυβερνώντων με την πάροδο του χρόνου δεν εξαλείφεται απλά μετεξελίσσεται.

Η περίπτωση της χώρας μας φυσικά αποτελεί ιδανικό παράδειγμα για να αντιπαραβάλλει κανείς την σημερινή κατάσταση με τα τότε γεγονότα. Η Ελλάδα είναι μια χώρα που απαλλάχθηκε απ’τις πρακτικές της ωμής καταστρατήγησης δικαιωμάτων πολύ πρόσφατα (πτώση της χούντας 1974). Επιπλέον τα χρόνια μετά την πτώση της δικτατορίας πέτυχε την εδραίωση των αυτονόητων δομών και διαδικασιών, για ένα αναπτυγμένο κράτος του δυτικού κόσμου. Απ’ το σημείο αυτό και έπειτα οι χειρισμοί του πολιτικού συστήματος ήταν τέτοιοι ώστε να φέρει σήμερα μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την δεινή κατάσταση στην οποία βρίσκόμαστε.

Πρώτ’ απ’ όλα η επωνομαζόμενη «γενιά του Πολυτεχνείου», η γενιά που μίλησε περισσότερο απ’ οποιονδήποτε άλλη στην σύγχρονη Ελλάδα για πρόοδο και κοινωνική δικαιοσύνη, κατάφερε να απομακρυνθεί απ’ τα οράματα της και να προδώσει τα ιδανικά της. Επέλεξε να εμπορευματοποιήσει τους κοινωνικούς της αγώνες από το να τους προχωρήσει μερικά βήματα παραπέρα.Το χειρότερο όλων όμως είναι πως οδήγησε τις γενιές που την ακολουθούν.... να θεωρούν την διαφθορά και την διαπλοκή ως κάτι το φυσιολογικό και κάτι με το οποίο πρέπει να συνηθίσουν να ζουν.

Επίσης έδωσε ψεύτικες προσδοκίες στον Ελληνικό λαό. Προσπάθησε να κάνει τον Έλληνα πολίτη ισότιμο εταίρο με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους, αλλά όχι με πραγματικούς όρους. Ανέβασε το βιωτικό επίπεδο του και αύξησε την ευημερία του χρησιμοποιώντας καιροσκοπικά τα εργαλεία της Ευρωπαίκής Ένωσης. Σκορπούσε απλά λεφτά στην αγορά χωρίς να λαμβάνει υπόψην ότι αυτά προορίζονταν για αναπτυξιακούς σκοπούς, και πως η απόδοσή τους δεν θα ήταν εμφανής στο άμεσο μέλλον αλλά μακροπρόθεσμα.

Ακόμη δημιούργησε μια «πελατειακή» σχέση με την εκλογική βάση. Η ανάδειξη των κυβερνήσεων έπαψε προ πολλού να βασίζεται στα προγράμματα των διεκδικητών της εξουσίας. Αποτελεί πεδίο διαπραγματεύσης υποψηφίων και ψηφοφόρων με λάφυρο το ίδιο το κράτος. Βέβαια στην παραπάνω κατάσταση οδηγεί και η ίδια η δομή του εκλογικού μας συστήματος. Το Σύνταγμα μπορεί να ορίζει πως η ενασχόληση με τα κοινά είναι δικαίωμα κάθε Έλληνα πολίτη που πληρεί τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, αλλά επί της ουσίας η κατάσταση είναι πολύ διαφορετική. Με τα κοινά μπορεί να ασχοληθεί μόνον κάποιος που έχει οικονομική επιφάνεια ή ισχυρή ομάδα συμφερόντων ώστε να τον χρηματοδοτεί. Επίσης ένα σημαντικό λάθος στο οποίο υπέπεσε είναι ότι δεν απομόνωσε απ’ τον πολιτικό κόσμο αυτούς που δεν αξιοποίησαν την θέση τους για να προσφέρουν στο κοινωνικό σύνολο αλλά την χρησιμοποίησαν για προσωπικό όφελος, είτε αυτό έχει να κάνει με το υλικό κομμάτι, είτε με την εκπλήρωση φιλοδοξιών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η πρακτική αυτή, να προχωρήσει και στα χαμηλότερα επίπεδα της πυραμίδας με αποτέλεσμα η ατιμωρισία να είναι γενικός κανόνας στην σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.

Τέλος, μπορεί να συγκρίνει κανείς την αναλγησία των δύο συστημάτων εξουσίας ως προς την στάση τους απέναντι στην ανθρώπινη ζωή. Οι μεν τριάκοντα για την ικανοποίηση των στοχεύσεων τους κλείνουν τα μάτια στην αλήθεια και επιλέγουν να θανατωθεί ο Θηραμένης. Το δε παρόν πολιτικό προσωπικό της χώρας δείχνει να μην καταλαβαίνει πως οι επιλογές του απέτυχαν και συνεχίζει μέχρι σήμερα να παίρνει λανθασμένες αποφάσεις οδηγώντας στην εξαθλίωση ένα μεγάλο κομμάτι του ελληνικού πληθυσμού.

Καραγιαννίδου Δήμητρα & Καρκαλέτση Δέσποινα