Οι αντιθέσεις ανάμεσα σε ομάδες πολιτικών, τα αίτια και τα αποτελέσματά τους, στην Αρχαία Ελλάδα και στη σύγχρονη εποχή

Οι αντιθέσεις ανάμεσα στους πολιτικούς αποτελούν ένα σοβαρό και αξιοσημείωτο ζήτημα, το οποίο ανέκαθεν κατείχε κυρίαρχη θέση στη διαμόρφωση και την εξέλιξη των μεταξύ τους σχέσεων και δεν έπαψε ποτέ να υφίσταται και να χαρακτηρίζει την πολιτική ζωή κάθε τόπου. Με αφορμή λοιπόν τα οξυμένα πνεύματα που παρατηρούμε, τόσο στην εποχή των Τριάκοντα τυράννων όσο και στα χρόνια των σύγχρονων πολιτικών, μπορεί να γίνει μια εύστοχη σύγκριση της τότε κατάστασης με τη σημερινή.

Είναι γεγονός ότι οι πολιτικοί ή και ομάδες πολιτικών εκφράζουν διαφορετικές ιδέες, αντιλήψεις και επιδιώξεις και επιθυμούν να εφαρμόσουν ποικίλα συστήματα διακυβέρνησης και διαφορετικούς τρόπους άσκησης της εξουσίας. Κάτι τέτοιο είναι απόλυτα φυσιολογικό και κατανοητό, αφού είναι αδύνατο, ανιαρό και συχνά αναποτελεσματικό το να υπάρχει μόνιμα ομοφωνία απόψεων ανάμεσα στους ανθρώπους, ενώ πολλές φορές θα μπορούσε να οδηγήσει και σε πολιτική στασιμότητα ή σε αδυναμία επίλυσης των εθνικών προβλημάτων. Πράγματι, προκειμένου για παράδειγμα να επιλυθεί ένα φλέγον και δυσεπίλυτο πρόβλημα ενός κράτους απαιτείται η συμβολή πολλών παραγόντων, δηλαδή πολλών απόψεων και προτάσεων, ώστε μέσα από τη σύγκριση ή και τον συνδυασμό τους να προκύψει η διαμόρφωση του κατάλληλου τρόπου επίλυσης του προβλήματος. Επομένως, αυτή η διαφορετικότητα των ιδεών και των απόψεων θα μπορούσε, με τη σωστή διαχείρισή της, να αποτελέσει την πρόκληση ή την αφορμή για τη δημιουργική συνεργασία μεταξύ των πολιτικών, η οποία θα επέφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα στα περισσότερα προβλήματα που ταλανίζουν τις κοινωνίες. Κάτι τέτοιο όμως σχεδόν ποτέ δε συμβαίνει, αλλά, αντιθέτως, οι πολιτικοί επικαλούμενοι τις διαφορετικές τους αντιλήψεις αναπτύσσουν έντονες διενέξεις και έριδες μεταξύ τους, οι οποίες συνήθως δεν οδηγούν σε κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα, ευνοϊκό τουλάχιστον για τις συνθήκες διαβίωσης του λαού. 

Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελούν οι πολυπληθείς αντιθέσεις που εκφράζονταν στους κόλπους των Τριάκοντα τυράννων, με κεντρικά πρόσωπα τον Κριτία και τον Θηραμένη, οι οποίοι, παρόλο που αρχικά μοιράζονταν τις ίδιες πεποιθήσεις και διατηρούσαν φιλικές σχέσεις, τελικά κατέληξαν να είναι άσπονδοι εχθροί. Δημιουργήθηκε μια μεγάλη διάσταση μεταξύ των απόψεών τους, που είχε καταστρεπτικές επιπτώσεις τόσο για τον δεύτερο όσο και για όλο το λαό της Αθήνας. Συγκεκριμένα, ο Θηραμένης εκτελέστηκε κι έχασε άδικα τη ζωή του, εξαιτίας του ότι αποτελούσε την εσωτερική αντιπολίτευση στο καθεστώς των Τριάκοντα τυράννων και στεκόταν εμπόδιο στις αυθαιρεσίες τους, και κυρίως στις βλέψεις του Κριτία. Έτσι, αφού εκείνος είχε μεγαλύτερη εξουσία είχε και τη δυνατότητα να τον παραμερίσει σκοτώνοντάς τον, επιστρατεύοντάς δόλια μέσα για την επίτευξη του στόχου του. Από την άλλη, οι συνέπειες αυτής της αντίθεσης για το λαό, ύστερα από την υποστήριξη από τον Θηραμένη της θέσης ότι οι Τριάκοντα έπρεπε να μοιραστούν την εξουσία με αρκετούς άλλους, ήταν η διάκρισή του σε δύο ομάδες: τους τρεις χιλιάδες, φιλικούς προς το τυραννικό καθεστώς, οι οποίοι θα μετείχαν στην άσκηση της εξουσίας και δε θα διαπράττονταν αδικίες σε βάρος τους και τους υπόλοιπους, κυρίως δημοκρατικούς, οι οποίοι θα υφίσταντο ανεξαιρέτως τις αυθαιρεσίες των Τριάκοντα και των τρισχιλίων και που εν τέλει είτε εξορίστηκαν είτε δολοφονήθηκαν. Επιπλέον, αυτό είχε ως επακόλουθο την εξέγερση των δημοκρατικών και το ξέσπασμα εμφυλίου πολέμου ανάμεσα στο λαό της Αθήνας, δηλαδή μεταξύ των εξόριστων και των τρισχιλίων(με τους Τριάκοντα).

Αντίστοιχα, εικοσιτέσσερις αιώνες αργότερα, τον προηγούμενο μόλις αιώνα (το 1915), η έντονη αντίθεση ανάμεσα στον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον βασιλιά Κωνσταντίνο κατέληξε στη διαμόρφωση δύο αντίπαλων κέντρων εξουσίας, το ένα υπό τον Βενιζέλο και το άλλο υπό τον Κωνσταντίνο. Οι διαφωνίες τους αφορούσαν στις στρατιωτικές κινήσεις της Ελλάδας αλλά και στην πολιτική στάση που θα κρατούσε εν όψει του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Βενιζέλος συγκεκριμένα υποστήριζε έντονα την άποψη ότι η Ελλάδα έπρεπε να συμμαχήσει με την Αντάντ, ενώ ο Κωνσταντίνος, ακολουθώντας μια φιλογερμανική πολιτική, επέμενε η χώρα να κρατήσει ουδέτερη στάση, αφού δε γινόταν να συμμαχήσει με τις Κεντρικές Δυνάμεις εξαιτίας του ότι η Βουλγαρία και η Οθωμανική αυτοκρατορία(που ήταν εχθροί της) είχαν ήδη ταχθεί στο πλευρό της Γερμανίας. Το αποτέλεσμα λοιπόν αυτής της αντίθεσης αποτυπώθηκε γεωγραφικά στη διάσπαση της Ελλάδας σε δύο μέρη: «κράτος της Θεσσαλονίκης» υπό την εξουσία του πρώτου και «κράτος των Αθηνών» υπό τον δεύτερο. Απόρροια του εν λόγω γεγονότος ήταν να διχαστεί το ελληνικό κράτος και να αναπτυχθεί μια έντονη αντιπαλότητα ανάμεσα στους φιλοβασιλικούς και στους «βενιζελικούς», που κάποιες φορές εκφραζόταν με αιμοσταγείς εξεγέρσεις της μιας ομάδας έναντι της άλλης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα «Νοεμβριανά» (Νοέμβριος 1916), η εξαπόλυση δηλαδή διώξεων από το «κράτος των Αθηνών» σε βάρος των βενιζελικών, με τουλάχιστον 35 νεκρούς. Ο εθνικός διχασμός λοιπόν, όπως ονομάστηκε το φαινόμενο αυτό, οδήγησε όχι μόνο στη διάσπαση της εθνικής ενότητας των Ελλήνων αλλά και στη δημιουργία εχθρικού κλίματος ανάμεσά τους και εχθρικής συμπεριφοράς, ενώ αποτέλεσε και την πρώτη εμφύλια σύγκρουση στην Ελλάδα του 20ου αιώνα. 

Πράγματι, λοιπόν, οι αντίθετες απόψεις των πολιτικών είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε σημαντικές διενέξεις και συγκρούσεις μεταξύ τους που αναπόφευκτα θα επηρεάσουν το λαό που εξουσιάζουν, αρνητικά κατά κύριο λόγο. Στα δύο χαρακτηριστικά αυτά παραδείγματα μάλιστα, διαπιστώνουμε ότι μπορεί ακόμη και να διχαστεί ένα έθνος εξαιτίας της συμπεριφοράς και των πολιτικών αποφάσεων και κινήσεων των κυβερνώντων προσώπων, μια εξέλιξη ιδιαίτερα λυπηρή και ανώφελη, που όπως παρατηρούμε επαναλαμβάνεται αντί να διορθώνεται. Παρ’ όλα αυτά υπάρχει και μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις: ότι στην πρώτη ο ένας από τους δύο πολιτικούς αντιπάλους (ο Θηραμένης) θανατώθηκε, ενώ στην άλλη απλώς αξιώθηκε η απομάκρυνση του Κωνσταντίνου, χωρίς όμως ο ίδιος να παραιτηθεί, αλλά μονάχα να εγκαταλείψει προσωρινά τη χώρα, αφήνοντας στο θρόνο το γιο του.

Ωστόσο και στις μέρες μας εντοπίζονται ακόμη έντονες αντιθέσεις ανάμεσα στους πολιτικούς, οι οποίες ολοένα και πληθαίνουν στο χρονικό διάστημα που διανύουμε. Συγκεκριμένα, εν όψει της προσπάθειας για τη διερεύνηση των αιτιών που οδήγησαν τη χώρα στη σοβαρή οικονομική κρίση που τη διέπει αυτή τη στιγμή και για την εύρεση μιας λύσης σε τούτο το φλέγον ζήτημα, εξαπολύονται αδιάκοπα αλληλοκατηγορίες από κάποιες ομάδες πολιτικών σε κάποιες άλλες. Για παράδειγμα, ορισμένα πολιτικά πρόσωπα κατηγορούν κάποια άλλα, που ανήκουν σε αντίθετη παράταξη, είτε για κατάχρηση δημοσίου χρήματος είτε για ανικανότητα να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα της χώρας. Ο καθένας προσπαθεί δηλαδή να αποποιηθεί τις ευθύνες του μεταβιβάζοντάς τες στους άλλους και κατηγορώντας τους, χωρίς να επιτυγχάνεται το επιθυμητό αποτέλεσμα, η εύρεση μιας λύσης δηλαδή, αλλά μόνο η τροφοδότηση συνεχών διαφωνιών και συγκρούσεων. 

Επομένως, εύλογη θα ήταν η διαπίστωση ότι οι αντιθέσεις των πολιτικών πολλές φορές δεν πηγάζουν από τις διαφορετικές αντιλήψεις και ιδέες τους αλλά από τη διαρκή προσπάθεια για την εξασφάλιση του προσωπικού τους συμφέροντος. Κάτι τέτοιο συνέβη και με τον Κριτία, ο οποίος στράφηκε εναντίον του Θηραμένη λόγω της αντίδρασής του στις αυθαιρεσίες του, επειδή δηλαδή προσπαθούσε να τον εμποδίσει να δρα σε βάρος των πολιτών προς δικό του όφελος. Αντίστοιχα, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος κινιόταν σε συνεννόηση με το Γερμανό αυτοκράτορα, η πολιτική του δηλαδή ήταν φιλική προς τη Γερμανία, γι’ αυτό και στρεφόταν εναντίον του Βενιζέλου, που ως κριτήριο είχε τη διαφύλαξη των συμφερόντων της Ελλάδας. Τέλος, και αρκετοί από τους σύγχρονους πολιτικούς δρουν με γνώμονα την προσωπική τους εξασφάλιση, επιχειρώντας να απαλλαχτούν από το μερίδιο της ευθύνης που τους αναλογεί μεταθέτοντας το βάρος της στους υπόλοιπους. Συμπερασματικά λοιπόν, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η διαφορετικότητα του τρόπου σκέψης τους συχνά αποτελεί την αφορμή των έντονων διενέξεών τους, ενώ η πραγματική αιτία ανάγεται στη διασφάλιση είτε του ατομικού είτε του κομματικού τους συμφέροντος.

Ιόργκα Γκαμπριέλα & Καρυώτη Σίσσυ