Η Ελένη του Ευριπίδη

Σκοτείνιαζε... 
Οι τελευταίες ακτίνες του ηλίου χάιδευαν απαλά το λευκό πρόσωπο της Ελένης, καθώς αυτή τον παρακολουθούσε να χάνεται στον μακρινό ορίζοντα. Σκιές... Άλλη μια μέρα έφτανε στο τέλος της, άλλη μια μέρα μακριά από την πατρίδα της, τους γονείς της, τα αδέλφια της. Μακριά από τον αγαπημένο της Μενέλαο... Ο χρόνος κυλούσε περιέργως αργά, κάθε μέρα φάνταζε μεγαλύτερη από την προηγούμενη. 
Μα και οι νύχτες ήταν ατέλειωτες! Μέσα στο σκοτάδι γεννιούνταν όλες εκείνες οι σκέψεις που προσπαθούσε να αποβάλλει κατά τη διάρκεια της μέρας κι αντίκριζε τον ήλιο κάθε πρωί με μάτια κόκκινα, που είχαν πλέον στερέψει από τα δάκρυα. 
Τώρα οι σκιές μεγάλωναν αργά, έκαναν τον τάφο του Πρωτέα να μοιάζει με ένα μέρος τρομαχτικό κι όχι... η μοναδική της ασφάλεια από το Θεοκλύμενο.

Μπορεί εδώ, στην Αίγυπτο, ο ήλιος να μην ήταν τόσο λαμπερός όπως στη Σπάρτη, μα ήταν και η τελευταία παρηγοριά και συντροφιά της. Ο Πρωτέας υπήρξε προστάτης της όσο βρισκόταν εν ζωή, όμως τώρα, θαμμένος πια, δεν μπορούσε να τη βοηθήσει πλέον ή να την προφυλάξει από τον ίδιο του το γιο. Ως πότε θα ήταν ικέτισσα στον τάφο του; Ούτε η ίδια γνώριζε την απάντηση. Μέχρι να της στείλουν κάποιο σημάδι οι θεοί, μέχρι να τη σπλαχνιστεί ο Δίας και να δείξει στον Μενέλαο το δρόμο για να τη βρει;

Αν, δηλαδή, ο Μενέλαος ζούσε ακόμη...Δεκαεφτά χρόνια είχαν περάσει από την άφιξή της στην Αίγυπτο. Σίγουρα ο πόλεμος είχε τελειώσει. Πόσο αίμα χύθηκε έξω από τα τείχη της Τροίας; Δεν ήθελε ούτε άντεχε να σκέφτεται τα ονόματα όλων όσων μπορεί να πήγαν στον Άδη. Όταν τελικά η εξάντλησή της νικούσε κι αποκοιμιόταν, έβλεπε φρικτά όνειρα, με τους ανθρώπους που γνώριζε και αγαπούσε να κείτονται άλλοι νεκροί κι άλλοι ματωμένοι και ημιθανείς. Όμως το χειρότερο ήταν πως έπρεπε να κουβαλά στους ώμους της το φορτίο της ευθύνης για αυτούς τους θανάτους, ένα φορτίο που δεν της άξιζε, αλλά πώς να το αποδείξει; Ποιος θα την πίστευε - αν ως δια μαγείας βρισκόταν στην Σπάρτη - πως δεν είχε βρεθεί ποτέ στην Τροία; Πόσοι Τρώες σκοτώθηκαν για να προστατέψουν κάτι που ποτέ δεν είχαν και πόσοι Αχαιοί για να μεγαλώσει η εξουσία του Αγαμέμνονα; Η Ελένη γνώριζε καλά πως το όνομά της δεν ήταν παρά η αφορμή του πολέμου. Θα ζούσε τα υπόλοιπα χρόνια της με τον τίτλο της προδότριας, της άπιστης συζύγου, της γυναίκας για την οποία σφαγιάστηκαν τόσοι άντρες. Μόνο η ίδια και οι Θεοί θα γνώριζαν την αλήθεια. Τι κακό διέπραξε για να της αξίζει αυτό το τίμημα, αναρωτιόταν. Ακόμη και τούτη τη στιγμή της έσχατης απελπισίας είχε απομονωθεί στον τάφο του Πρωτέα για να προστατέψει τον γάμο της, έναν γάμο που πλέον είχε καταστραφεί.

Ο Μενέλαος θα τη μισούσε... Κι αν πολέμησε για να την πάρει πίσω, θα ήταν άραγε μόνο για τη δική του τιμή κι όχι λόγω της αγάπης του για εκείνη. Της ράγιζε την καρδιά να φαντάζεται το σκληρό βλέμμα που θα της έριχνε όταν την αντίκριζε – όταν θα νόμιζε... πως την αντίκριζε. Θα ζούσε το υπόλοιπο της ζωής του μισώντας την, βλέποντας την προδοσία μέσα στα μάτια της, χωρίς καμιά υποψία πως τα μάτια αυτά δεν είναι στ’ αλήθεια δικά της. Γιατί;» φώναξε απεγνωσμένη. 
Αμέσως αισθάνθηκε καλύτερα και ταυτόχρονα χειρότερα... «Γιατί;». Φώναξε το παράπονό της στον αέρα, στον Νείλο και στις απέραντες εκτάσεις με καλλιέργειες που απλώνονταν γύρω του, στη χλωμή σελήνη που είχε κάνει την εμφάνιση της στον ήδη σκούρο μπλε ουρανό. Πιο δυνατά, ξανά και ξανά μέχρι που τα λόγια της έπνιξαν οι λυγμοί. Οι κραυγές της τράνταξαν το κορμί δυνατά, χωρίς να σταματούν... Καυτά δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά της και δεν είχε κανένα λόγο να τα κρύψει

Κανείς δεν την έβλεπε. Τι κι αν την έβλεπε... Ήξερε τι θα λεγόταν γι’ αυτήν, δε χρειαζόταν να γυρίσει στην πατρίδα της για να μάθει. Αν δηλαδή είχε ακόμη πατρίδα... Αν δεν ήταν πια τόσο ανεπιθύμητη... Μπορεί και η ίδια η μητέρα της να τη θυμόταν με απέχθεια, να αρνούνταν ακόμα και να την σκέφτεται για να μη πεθάνει από την ντροπή της. Ή μπορεί να είχε ήδη πεθάνει... Τα δάκρυα που έχυνε πλέον ήταν τόσα που θόλωσαν τη σκέψη της.

Η απώλεια, η μοναξιά, η θλίψη, η απόγνωση, ο φόβος... όλα
κυλούσαν σε υγρή μορφή πάνω στα μάγουλά της. Ας έφευγαν από μέσα της, ίσως τη βοηθούσε αυτό κάπως. Τώρα, γονατισμένη στο έδαφος, με μάτια πλέον στεγνά και κουρασμένα, κοίταζε αποσβολωμένη το φεγγάρι. Η ασημένια λάμψη του είχε κάτι το απόκοσμα όμορφο, όπως και η ιδέα του να πεθάνει κάτω από αυτό το ψυχρό φως. Όμως αν το μόνο που της είχε απομείνει ήταν η ελπίδα για μια καλή κατάληξη, τότε έπρεπε να πιαστεί γερά από αυτήν. Και υποσχέθηκε στον εαυτό της να μην κλάψει ξανά... Έδωσε την ίδια υπόσχεση που έδινε και παραβίαζε κάθε νύχτα. 
Άφησε τον εαυτό της να γείρει στο πλάι, μέχρι που ολόκληρος ο κορμός της ακουμπούσε πλέον στη γη. Έντονη και γλυκιά η μυρωδιά του χώματος, θύμιζε έντονα αποσύνθεση και αναγέννηση.

Μενέλαε! Είπε το όνομα του και το άκουσμά του δεν ήταν παρά μόνο ένας ψίθυρος που έσβησε στην ησυχία. Ύστερα έκλεισε τα μάτια της και αποκοιμήθηκε...

Γεμιντζή Ελένη