«ΤΟ ΜΟΝΟΝ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΤΑΞΕΙΔΙΟΝ» Γεώργιος Βιζυηνός

Λίγα λόγια για το συγγραφέα:

Το πραγματικό όνομα του Γεώργιου Βιζυηνού είναι Γεώργιος Σύρμας. Γεννήθηκε στη Βιζύη της Ανατολικής Θράκης (από όπου και πήρε το επίθετο Βιζυηνός) το 1849 και πέθανε στην Αθήνα το 1896 μετά από τέσσερα χρόνια εγκλεισμού στο Δρομοκαΐτειο Ψυχιατρείο. Αποτέλεσε πρότυπο ποιητή, πεζογράφου και λόγιου ενώ θεωρείται από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους της ελληνικής λογοτεχνίας. Σπούδασε θεολογία στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης και φιλολογία -φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Γοτίγγης της Γερμανίας. Στοιχεία των έργων του είναι η απλότητα των θεμάτων, τα οποία αντλούνται τις περισσότερες φορές από την πατρίδα του, η έλλειψη ρομαντισμού, η αφθονία εικόνων και περιγραφών καθώς και η χρήση ιδιότυπης καθαρεύουσας. Σημαντικά έργα του είναι «Το αμάρτημα της Μητρός μου», «Ποίος ήταν ο Φονεύς του Αδελφού μου», «Το Μόνον της Ζωής μου Ταξείδιον» (εκδίδεται 1885 ) , «Μοσκώβ Σελήμ», «Πρωτομαγιά», «Μεταμορφώσεις», «Η παράφρων», «Αι Νηρηίδες» και «Νεραϊδοφίλημα.

ΤΙΤΛΟΣ

Με τον τίτλο αυτό ο συγγραφέας αναφέρεται στο μοναδικό ταξίδι που μπόρεσε να κάνει ο παππούς του, δηλαδή τον θάνατο. Ο θάνατος είναι ένα αιώνιο, παντοτινό ταξίδι που κανένας δεν μπορεί να αποφύγει.

Σύντομη περίληψη του έργου:Αφηγητής του διηγήματος είναι ο εγγονός ο οποίος αρχικά περιγράφει το ταξίδι του στην Πόλη με την ιδιότητα του ραφτόπουλου του αρχιράφτη της Βαλιδέ – Σουλτάνας και αναμένει να του συμβούν όλα όσα του έχει αφηγηθεί ο παππούς του. Ωστόσο, η πραγματικότητα διαφέρει από τις περιπέτειες που του διηγούνταν ο παππούς του, γεγονός που τον αναστατώνει και τον στεναχωρεί χωρίς όμως να τον κάνει να χάσει την πίστη του στο αγαπημένο του αυτό πρόσωπο. Ενώ δούλευε στην Πόλη, έρχεται ο Θύμιος, ο υπηρέτης του παππού, προκειμένου να τον μεταφέρει στο χωριό και να δει τον παππού του πριν πεθάνει. Ο εγγονός επισκέπτεται τον παππού του και του διηγείται το ταξίδι του στην Πόλη ενώ τον ρωτά για τα ταξίδια που έκανε αυτός. Μετά από αυτή τη συζήτηση αποκαλύπτεται πως ο παππούς όχι μόνο δεν έχει κάνει κανένα ταξίδι στη ζωή του, αλλά πως και αυτά που είχε διηγηθεί στον εγγονό του τα είχε ακούσει από τη μαμή του και η γυναίκα του. Στη συνέχεια, ο παππούς περιγράφει την παιδική του ηλικία, τον γάμο του σε μικρή ηλικία καθώς και το παράπονο του για το ατέλειωτο ταξίδι του. Την επόμενη μέρα της συζήτησης, ο παππούς πεθαίνει πραγματοποιώντας , έστω μέσω του θανάτου , το μοναδικό ταξίδι της ζωής του.

Το φύλο στη λογοτεχνία:

Ξεκινώντας την διερεύνηση του φύλου στο συγκεκριμένο έργο, επρόκειτο να γίνει μια σύντομη αναφορά στα δύο φύλα, έτσι όπως παρουσιάζονται μέσα από το κεντρικό παραμύθι του παππού, το οποίο παίζει καθοριστικό ρόλο στη ζωή του αφηγητή.

Αρχικά, στο παραμύθι παρουσιάζεται ο βασιλιάς, δυνατός και ανεξάρτητος, όπως ακριβώς επιτάσσουν οι κοινωνικά στερεότυπα. Επιπλέον, ο μονάρχης αυτός φαίνεται να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για την τιμή και την υπόληψη του, για αυτό μάλιστα διατάζει στη ιστορία το ραφτόπουλο να κάνει μια γενναία πράξη προκειμένου να παντρευτεί την κόρη του.

Το επόμενο πρόσωπο του παραμυθιού είναι η βασιλοπούλα . Όπως φαίνεται έχει το περιθώριο της επιλογής συζύγου καθώς είναι ερωτευμένη τρελά με το ραφτόπουλο και δεν είναι πρόθυμη να παντρευτεί κανέναν άλλο. Δεν είναι φιλοχρήματη, όπως ο πατέρας της, ενώ τολμά να του αντιμιλήσει όταν ο λόγος της αφορά το ραφτόπουλο. Μέχρι και σήμερα, η γυναίκα αψηφά την οικογένειά της και παρουσιάζεται δυναμική, τις περισσότερες τουλάχιστον φορές, όταν πρόκειται για τον άνδρα που αγαπάει.

Σχετικά με το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας, το ραφτόπουλο, ανήκει σε χαμηλή κοινωνική τάξη. Στο πρόσωπο του δεν προβάλλεται το μοτίβο της ανδρείας και της παλικαριάς αλλά παρουσιάζεται ειρηνικός. Χρησιμοποιεί το νου του και όχι την μυϊκή δύναμη για να εκπληρώσει τους στόχους του. Αξίζει να σημειωθεί πως στη σημερινή εποχή ο άνδρας θα πρέπει να συνδυάζει εξυπνάδα , δύναμη και παλικαριά προκειμένου να έχει τη μέγιστη αποδοχή και να είναι ελκυστικός προς τις γυναίκες.

Ο ΕΡΩΤΑΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΔΥΟ ΦΥΛΑ

Η βασιλοπούλα έχει ερωτευτεί παράφορα το ραφτόπουλο σε σημείο να δηλώσει πως αν δεν το παντρευτεί θα τερματίσει την ζωή της. Σε αντίθεση, το ραφτόπουλο δεν φαίνεται να αγαπάει την ίδια την βασιλοπούλα όσο την προοπτική να ανέλθει κοινωνικά σε υψηλότερο στρώμα. Μάλιστα, λέει χαρακτηριστικά πως θέλει να δείξει τη βασιλοπούλα στο χωριό του για να κάνει εντύπωση.

Από τη συμπεριφορά των δύο φύλων μπορούμε να αντλήσουμε μερικά μοτίβα τα οποία ισχύουν έως και σήμερα. Αρχικά, οι γυναίκες αποδεικνύονται πιο συναισθηματικές σε σχέση με τους άνδρες στην αγάπη και είναι αποφασισμένες να κάνουν μεγάλες θυσίες (ακόμα και αν πρόκειται να πληγώσουν ή να αψηφήσουν την άποψη αγαπημένων τους προσώπων). Δεύτερον, δεν είναι λίγες οι φορές που οι άνδρες επιδεικνύουν τις γυναίκες τους ειδικά αν αυτές είναι πλούσιες ή πολύ όμορφες στους φίλους τους προκειμένου να γίνουν αποδεκτοί και να «καταξιωθούν», γεγονός που μας οδηγεί στο μοτίβο των γάμων με κοινωνικά ή οικονομικά συμφέροντα.

ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ

Στη συνέχεια θα αναφερθούν χαρακτηριστικά των ηρώων του διηγήματος σε συνάρτηση με το φύλο και την ηλικία τους. Ξεκινώντας με τον ήρωα του διηγήματος, τον εγγονό και αφηγητή, παρουσιάζεται αφελής και εύπιστος διότι πιστεύει «μέχρι κεραίας» (ολοκληρωτικά) τον παππού του και τις ιστορίες που ο τελευταίος του διηγείται. Επιπλέον, είναι φοβητσιάρης αφού τρέμει στην εικόνα των ευνούχων και των απειλών που δέχεται. Στηρίζει όλη τη ευτυχία του στον υποτιθέμενο γάμο του με την βασιλοπούλα και όταν αυτός δεν πραγματοποιείται πέφτει σε κατάθλιψη. Δεν είναι ιδιαίτερα κοινωνικός και πιστεύει σε παραδόσεις και δεισιδαιμονίες όπως για παράδειγμα πως αν δεν εκπληρωθεί η τελευταία επιθυμία του νεκρού, εκείνος ποτέ δεν αναπαύεται αλλά αντίθετα στοιχειώνει τους ζωντανούς.

Συνεχίζοντας με τη γιαγιά του αφηγητή... από το διήγημα σκιαγραφείται ως αυταρχική, κυρία του σπιτιού αλλά και αρχηγός της οικογένειας γενικά. Επιπρόσθετα, δείχνει συγκρατημένη στις εκδηλώσεις αγάπης και στοργής προς αυτόν διότι δεν διστάζει να του μιλήσει απότομα όταν εκείνος δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της (τον αποκαλεί «σαψάλη», «αχρημάτιστε», «ακαμάτη» , «πολλακαμένε»). Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να σημειωθεί πως αυτό δεν αποτελεί το τυπικό μοτίβο της συμπεριφοράς της γυναίκας (γιαγιάς) όπως παρουσιάζεται σε άλλα κείμενα αλλά αποτελεί απόκλιση.

Όσο αφορά τον παππού, το ίνδαλμα του αφηγητή, είναι τελείως άβουλος και υπακούει απόλυτα στη γυναίκα του αφού δεν τολμά να της αντιμιλήσει και να μην ικανοποιήσει κάθε της απαίτηση. Φαίνεται τρυφερός προς τον εγγονό του ενώ στο τέλος της συζήτησης αποδεικνύεται ειλικρινής καθώς αποκαλύπτει την άγνοια του για τα μέρη που διηγούταν στον εγγονό του. Αξίζει να σημειωθεί πως η σχέση παππού-εγγονού είναι πιο δυνατή και θερμή σε αντίθεση με τη σχέση γιαγιάς- εγγονού για την οποία μπορούμε μόνο να υποθέσουμε. Επιπλέον, ο παππούς παρεκκλίνει από το τυπικό μοτίβο του αποφασιστικού άνδρα ο οποίος είναι αρχηγός της οικογένειας. Αυτή η απόκλιση εξηγείται αν ληφθεί υπόψη η παιδική ηλικία του παππού, ο οποίος μεγάλωσε σαν κορίτσι με σκοπό να προφυλαχθεί από τη γενική επιστράτευση των αγοριών.

Αναφορικά με τη σχέση γιαγιάς-παππού, η γυναίκα είναι αυτή που κάνει κουμάντο το σπίτι, την περιουσία αλλά και τον άνδρα της. Είναι αυταρχική, καταπιέζει το σύζυγό της ενώ προβάλλεται σκληρή και ελάχιστα συναισθηματική. Αντίθετα, ο άνδρας άβουλα ακολουθεί τις οδηγίες της γυναίκας του, είναι υπερβολικά συναισθηματικός ενώ παράλληλα προκειμένου να ξεφύγει από τη γυναίκα του κάθεται σε ένα ύψωμα που δεν μπορεί να σκαρφαλώσει εκείνη και απολαμβάνει μερικές στιγμές ησυχίας και γαλήνης.

ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΜΟΤΙΒΑ

Ένα από τα μοτίβα που παρατηρούνται μέσα στο διήγημα είναι το μοτίβο της πίστης σε δεισιδαιμονίες και η θρησκευτική πίστη, όπως ακριβώς φαίνονται από τη συμπεριφορά του αφηγητή που βιάζεται να δει τον παππού του πριν πεθάνει, να εκπληρώσει την τελευταία επιθυμία του αλλιώς η ψυχή του παππού του θα ζητάει αιώνια εκδίκηση.

Επιπρόσθετα, μοτίβο αποτελεί η εκμετάλλευση του εργοδότη εις βάρος του εργαζομένου καθώς ο αφηγητής της ιστορίας τρέμει μπροστά στον αρχιράφτη και μάλιστα λαβαίνει την άδεια να πάει να επισκεφτεί τον παππού του μόνο επειδή είναι ετοιμοθάνατος.

Τελικά, στερεότυπο είναι η επικράτηση του μεγαλύτερου-δυνατότερου σε βάρος του μικρότερου-αδύνατου, γεγονός που φαίνεται στο κείμενο από τον τρόμο και το φόβο που προκαλούν οι ανώτεροι ευνούχοι του παλατιού της Βαλιδέ-Σουλτάνας στο ράφτη-αφηγητή.

ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΜΟΤΙΒΑ ( σχετικά με το φύλο)

Ένα πρώτο μοτίβο το οποίο μπορούμε να αντλήσουμε από το συγκεκριμένο διήγημα είναι οι γάμοι σε μικρή ηλικία. Ο παππούς, καθώς διηγείται τα παιδικά του χρόνια, αναφέρει πως παντρεύτηκε δέκα ετών- ηλικία που ακόμα θεωρείται αποδεκτή ή ίσως και επιθυμητή για τη δημιουργία οικογένειας σε πολλές χώρες και κουλτούρες σήμερα...

Ένα δεύτερο μοτίβο το οποίο μπορούμε να συμπεράνουμε αναφορικά με τη σχέση των δύο φύλων είναι οι γάμοι με οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντα (κυρίως από την πλευρά του άνδρα σύμφωνα με το παραμύθι του παππού με το ραφτόπουλο).

Επίσης, χαρακτηριστικό αποτελεί το μοτίβο του συναισθηματικού εκβιασμού καθώς και με την επιστράτευση οποιουδήποτε μέσου (κλάματα, εκβιασμοί) οι γυναίκες προσπαθούν να πάρουν αυτό που επιθυμούν από τον άνδρα. Στο κείμενο, κάθε φορά που ετοιμαζόταν να φύγει ένα ταξίδι ο παππούς, η γυναίκα του προφασιζόταν κάτι (άρμεγμα αγελάδας, αρρώστια, μουσαφίρη) με σκοπό να πάει η ίδια στο ταξίδι και ο άντρας να μείνει πίσω. Στο τελευταίο ταξίδι πριν φύγει ο παππούς και μη έχοντας τι άλλο να κάνει, η γυναίκα άρχισε να κλαίει με αποτέλεσμα ο παππούς να την λυπηθεί και να την στείλει στη θέση του...

Δόβα Εύη