Παραμονή Χριστουγέννων

Ήταν παραμονή Χριστουγέννων. Είχε νυχτώσει από ώρα. Το χιόνι έπεφτε πυκνό καλύπτοντας τα πάντα με ένα άσπρο πέπλο. Η ομίχλη είχε σκεπάσει τους δρόμους της Νέας Υόρκης κρύβοντάς τους από το ελάχιστο φως των καταστημάτων που τώρα ετοιμάζονταν να κλείσουν. Η νεαρή κοπέλα προχωρούσε νευρικά, κατευθυνόμενη προς το σπίτι της. Όταν και ο τελευταίος μαγαζάτορας κατέβασε το ρολό της βιτρίνας και έφυγε να γιορτάσει μαζί με την οικογένεια του, νεκρική σιγή απλώθηκε στα στενά του Μπρονξ. Με σταθερό βήμα η κοπέλα συνέχιζε το δρόμο της μέσα στην έρημη και καταθλιπτική γειτονιά. Η ανησυχητική σιωπή την τρόμαζε κάνοντας την να ρίχνει κλεφτές ματιές προς τα πίσω κάθε τόσο. 

Η σκοτεινή φιγούρα την ακολουθούσε εδώ και ώρα πλησιάζοντας την απειλητικά. Άνοιξε το βήμα της με ψυχραιμία αναζητώντας τρόπο διαφυγής. Στα δέκα μέτρα από αυτήν αχνοφαινόταν ένα άνοιγμα ανάμεσα σε δύο βρώμικες και πολυκαιρισμένες πολυκατοικίες. Άρχισε να τρέχει προς τα εκεί ελπίζοντας να χάσει η απειλητική σιλουέτα τα ίχνη της. Καθώς έμπαινε με ταχύτητα στο σοκάκι ένα χέρι την άρπαξε και την κόλλησε με δύναμη στον τοίχο κάτω από μία φωτεινή επιγραφή. 

Τώρα μπορούσε κανείς να διακρίνει τα χαρακτηριστικά της. Ήταν αδύνατη, κατάχλομη από το κρύο και τον φόβο, με όμορφο πρόσωπο και μακριά καστανά μαλλιά. Στα μεγάλα γαλάζια μάτια της καθρεπτιζόταν η μορφή ενός ψηλού και γεροδεμένου κουκουλοφόρου που κρατούσε στο γαντοφορεμένο χέρι του ένα περίστροφο έχοντας την κάννη του στραμμένη προς αυτήν. Η κοπέλα έχασε την αυτοκυριαρχία της. Δάκρυα κύλησαν στα μάγουλα της. Παραλυμένη από τον φόβο ψιθύρισε: «Δεν ήμουν εγώ».

«Εδώ κέντρο προς όλες τις μονάδες. Έχουμε αναφορά πυροβολισμών στην οδό Τζέννινγκς 973 στο Μπρονξ. Επαναλαμβάνω αναφορά πυροβολισμών στην οδό Τζέννινγκς στο Μπρονξ. Σπεύστε στο σημείο το συντομότερο δυνατόν.». Η φωνή από τον ασύρματο διέκοψε την ευχάριστη κουβέντα των δύο συναδέλφων και φίλων. Ο Τσάρλυ Τζώνσον και ο Τζέιμς Μακ Λη τελείωναν τη βάρδια τους και σχεδίαζαν να γιορτάσουν στα σπίτια τους την παραμονή των Χριστουγέννων με τις οικογένειές τους, όταν ο ασύρματος τους διέκοψε. Ο Τσάρλυ έβαλε μπρος την μηχανή και άνοιξε τη σειρήνα καθώς ο Τζέιμς απαντούσε στον ασύρματο: «Εδώ μονάδα 5, σας λαμβάνω. Σπεύδουμε στο σημείο. Θα είμαστε εκεί σε έξι λεπτά.»

Το περιπολικό διέσχιζε με μεγάλη ταχύτητα τις λεωφόρους της Νέας Υόρκης καθώς τα αυτοκίνητα άνοιγαν δρόμο στο άκουσμα της σειρήνας. Έξω στον δρόμο πολλοί άνθρωποι τριγύριζαν, μιλούσαν, γελούσαν ή έκαναν τα τελευταία ψώνια για το γιορτινό τραπέζι μαζί με τις οικογένειές τους. Τα επιβλητικά κτήρια και οι ουρανοξύστες πυργώνονταν πάνω από τους δαιδαλώδεις και πολυσύχναστους δρόμους του Μπρούκλιν. Πλησιάζοντας στον προορισμό τους το τοπίο ξαφνικά άλλαξε. Φάνηκε μπροστά τους η παρακμιακή και θλιβερή συνοικία του Μπρονξ με τις άσχημες πολυκατοικίες και τους παράξενους σκοτεινούς δρόμους.

Έφτασαν. Οι δύο αστυνομικοί κατέβηκαν από το αυτοκίνητο στην παγωμένη νύχτα. Ο Τσάρλυ, κοντός και παχουλός, με μαύρο μουστάκι και αρχές φαλάκρας στο ολοστρόγγυλο κεφάλι του, τράβηξε το πιστόλι και τον φακό από την τσέπη του καθώς ο ψηλόλιγνος καστανομάλλης φίλος του έκανε το ίδιο. Η αστυνομική στολή τους προσέδιδε κύρος ενώ η εικοσιπεντάχρονη εμπειρία τους, αυτοπεποίθηση και σιγουριά, πόσο μάλλον αν αναλογιστεί κανείς το γεγονός ότι δεν είχαν πατήσει ακόμα τα σαράντα πέντε τους χρόνια. Με γρήγορες κινήσεις, αναμμένους τους φακούς και τα πιστόλια στο χέρι μπήκαν στο σκοτεινό σοκάκι. Ξαφνικά κάτι φάνηκε να γυαλίζει πάνω στον καλυμμένο με graffiti τοίχο. Στρέφοντας το φως προς τα εκεί αντίκρισαν κάτι το φρικιαστικό.

Μία μεγάλη κηλίδα αίματος και μία τρύπα από σφαίρα στον τοίχο μαρτυρούσαν το λόγο για τον οποίο είχε γίνει η καταγγελία στο τμήμα. Εκτός από αυτό, μία αυλακιά αίματος στο πάτωμα είχε βάψει το χιόνι πορφυρό. Οι δύο αστυνομικοί την ακολούθησαν και οδηγήθηκαν σε μία έντρομη κοπέλα κρυμμένη πίσω από έναν σκουπιδοτενεκέ. Η γυναίκα ήταν βουτηγμένη στο αίμα που προερχόταν από ένα ανοιχτό τραύμα στο θώρακα και ήταν φανερό πως αφού πυροβολήθηκε κατάφερε να συρθεί ως εκεί.

Μόλις τους είδε προσπάθησε να τους μιλήσει για να ξεσκεπάσει τον δράστη, μα η φωνή δεν έβγαινε από το στόμα της. Με τη λιγοστή δύναμη που της είχε μείνει ψιθύρισε: «Ήταν ο…». Άξαφνα η κοπέλα έμεινε ακίνητη και κάτι σαν να έσβησε στα γαλανά μάτια της που έμειναν στυλωμένα στο κενό να κοιτάζουν χωρίς όμως να βλέπουν. Ακόμα ένας δολοφόνος που την γλύτωσε! Ή μήπως όχι;

Βύζας Κωνσταντίνος και Βιβέττα Βρύζα

Σχολιασμοί

Σανδάλη