Περιπέτειες σκοτεινής νυκτός

Ήταν πια έξι το πρωί. Το πυκνό σκοτάδι της προηγούμενης αμαρτωλής νύχτας υποχωρούσε δίνοντας σταδιακά τη θέση του στις πρώτες αχνές ηλιαχτίδες, οι οποίες ξεπρόβαλλαν ντροπαλά πίσω από τις γύρω πολυκατοικίες. Ο πρόσφατα βρεγμένος δρόμος και η υγρασία του αέρα σχημάτιζε μία βαριά και καταθλιπτική ατμόσφαιρα. Η ψιλόλιγνη φιγούρα του εικοσιτετράχρονου Οδυσσέα ξεπρόβαλλε από τη γωνία του δρόμου και κατευθύνθηκε προς την είσοδο της ετοιμόρροπης πολυκατοικίας, όταν η ματιά του έπεσε πάνω σε μία κόκκινη αφίσα που ήταν πεταμένη στη γωνία του πεζοδρομίου. Πλησίασε με γοργό βήμα τη σήκωσε και την κοίταξε. Συνειδητοποίησε πως την ίδια αφίσα είχε δει κολλημένη πάνω στην πόρτα του μπαρ, από το οποίο είχε γυρίσει. Αμέσως όλα τα γεγονότα των προηγούμενων ωρών ξεχύθηκαν αβίαστα στο μυαλό του.

Ο Οδυσσέας ήταν ένας γοητευτικός, νεαρός άνδρας. Τα κοντά καστανόξανθα μαλλιά του πρόδιδαν το γεγονός ότι πριν από μία βδομάδα είχε επιστρέψει από τη διετή στρατιωτική του θητεία. Τα μεγάλα, πονηρά μελί του μάτια αιχμαλώτιζαν το βλέμμα κάθε γυναίκας που τον αντίκριζε. Η κλασσική γαλλική μύτη του ξεπρόβαλλε, δίνοντας μία κομψή γραμμή στο οβάλ πρόσωπο του. Τα αισθησιακά χαρακτηριστικά του εντείνονταν ακόμα περισσότερο από το αξύριστο για τρεις μέρες μούσι του. Μία βαθιά γρατζουνιά, η οποία μαρτυρούσε μια πρόσφατη διαμάχη, στιγμάτιζε το γραμμωμένο λαιμό του. Το κοντομάνικο σκούρο γκρι μπλουζάκι του, κολλημένο από τον ιδρώτα στο σώμα του αναδείκνυε το μυώδες καλοσχηματισμένο στέρνο του και τα γυμνασμένα μπράτσα του. Ένα βρώμικο σκισμένο σκούρο μπλε τζίν ολοκλήρωνε ντύσιμο του.

Στις τέσσερις και τριάντα ακριβώς το ίδιο βράδυ η συγκεκριμένη φιγούρα έβγαινε από το πολύ γνωστό και πολυπληθές μπαρ της μεγάλης πόλης. Ζαλισμένος από το αλκοόλ και συγχυσμένος από το χωρισμό του με τον προηγούμενο ερωτικό δεσμό του άρχισε να προχωράει μέσα στο θεοσκότεινο σοκάκι, όπου βρίσκονταν το μπαρ παραμιλώντας και σιγοτραγουδώντας με την ελκυστική, μπάσα, ανδρική φωνή του. Λίγο πριν βγει στον κεντρικό δρόμο τρεις άνδρες οι οποίοι ξεπρόβαλλαν ξαφνικά από το πουθενά τον σταμάτησαν. Ο ένας από τους άνδρες άρχισε να του μιλάει με έναν επιθετικό, εκνευρισμένο και απειλητικό τόνο, όμως ο Οδυσσέας λόγω της μέθης του δεν μπορούσε να καταλάβει τίποτε από όσα έλεγε. Ωστόσο μόλις ο άνδρας έκανε ένα βήμα μπροστά και μία δέσμη φωτός έπεσε πάνω στο νευριασμένο πρόσωπο του συνειδητοποίησε πως ο άνδρας αυτός ήταν ο αδελφός της κοπέλας που μόλις είχε χωρίσει με άσχημο τρόπο και είχε έρθει με σκοπό να αποκαταστήσει την κλονισμένη τιμή της αδελφής του. Ένα χαμόγελο ικανοποίησης για την ανακάλυψή του έγινε αντιληπτό από τον άνδρα, ως γέλιο ειρωνείας και η πρώτη επίθεση του αγριεμένου αδελφού ακολούθησε.

Τα νύχια του χοντροκομμένου χεριού του βρέθηκαν στο λαιμό του Οδυσσέα και με μία απότομη ορμητική κίνηση σχημάτισαν μία βαθιά γρατζουνιά. Τα γρήγορα αντανακλαστικά του Οδυσσέα παρά τη μέθη του είχαν ως αποτέλεσμα την άμεση αντεπίθεση του με μια δυνατή μπουνιά στην αγύμναστη κοιλιά του αντιπάλου του. Από την πρόσφατη εκπαίδευση του στο στρατό, βρίσκονταν σε ετοιμότητα να αντιμετωπίσει τον οποιοδήποτε. Έτυχε όμως εκείνη τη στιγμή να περνάει από το δρόμο ένα περιπολικό και έντρομοι οι τρεις άνδρες απομακρύνθηκαν απειλώντας τον Οδυσσέα πως θα ξανασυναντιόνταν μία άλλη φορά με σκοπό να ξεκαθαρίσουν τους ανοιχτούς λογαριασμούς τους.

Ανασηκώθηκε και νοιώθοντας κάπως πιο ζωντανός λόγω της αδρεναλίνης συνέχισε να βαδίζει στο πλακόστρωτο πεζοδρόμιο του κεντρικού δρόμου σκεπτόμενος τα ψέματα και την υποκρισία του πρώην δεσμού του. Συνέχισε τη διαδρομή του σε έναν δρόμο περιστοιχισμένο από πολυκατοικίες άλλες μοντέρνες και άλλες νεοκλασικές, άλλες ετοιμόρροπες ενώ άλλες καλοστεκούμενες, που όλες πρόδιδαν τον μπερδεμένο χαρακτήρα της περιοχής. Μετά από δέκα λεπτά έστριψε σε ένα στενό προκειμένου να βγει στην παράλληλη λεωφόρο κάθετα στην οποία βρίσκονταν η οδός της πολυκατοικίας του. Εκείνη τη στιγμή άκουσε μία τσιριχτή, αδύναμη και ευάλωτη φωνή να παρακαλάει για βοήθεια. Μέσα στην πίσσα του σκοταδιού διέκρινε δύο ανθρώπους, μία νεαρή κοπέλα και έναν αρκετά μεγάλο άνδρα, ο οποίος την είχε στριμώξει στον τοίχο ενός κτηρίου και προσπαθούσε να τη βιάσει.

Σε αντίθεση με το έρεβος που επικρατούσε... έρχονταν το κατάλευκο πρόσωπο της κοπέλας. Το αγγελικό της πρόσωπο με τα μεγάλα τρομαγμένα μάτια και τα σαρκώδη άτονα χείλη της... το πρόσωπο που είχε αποτυπωμένη μία έκφραση φόβου και πόνου. Τα πυκνά καστανά μαλλιά της έπεφταν ατημέλητα πάνω στη μικροκαμωμένη πλάτη της και το σώμα της προσπαθούσε να αντισταθεί - αλλά μάταια - στις πρόστυχες κινήσεις του άνδρα.

Χωρίς δεύτερη σκέψη ο Οδυσσέας όρμησε πάνω στον άνδρα και με μία εκρηκτική γροθιά πάνω στη γαμψή μύτη του τον απομάκρυνε από το κορίτσι. Έπειτα ακολούθησε μία δεύτερη και μία τρίτη μπουνιά που άφησαν τον ανήθικο άνδρα να κείτεται αναίσθητος πάνω στο πλημμυρισμένο από αίμα πεζοδρόμιο. Η κοπέλα ανακουφισμένη αρχικά που γλύτωσε από ένα πολύ άσχημο γεγονός πήγε να ευχαριστήσει τον Οδυσσέα, αλλά θυμούμενη την πολύ βίαιη συμπεριφορά του, φοβισμένη... άρχισε να τρέχει προς άγνωστη κατεύθυνση. Τη στιγμή που η κοπέλα άρχισε να τρέχει, ο Οδυσσέας διαπύστωσε πως η γυναίκα αυτή ήταν η γυναίκα του αδελφού του πρώην δεσμού του.

Έκπληκτος από την αντίδραση της κοπέλας και σοκαρισμένος από την τραγική αυτή σύμπτωση, βγήκε στη λεωφόρο κατακλυσμένος από πολλές σκέψεις, διέσχισε την ερημική λεωφόρο και κατευθύνθηκε προς την οδό του σπιτιού του κουρασμένος από τα προηγούμενα γεγονότα. Η ήσυχη ατμόσφαιρα της λεωφόρου διακόπηκε από τη δυνατή φωνή του άνδρα που μόλις είχε πλακώσει, ο οποίος με γρήγορες κινήσεις αν και χτυπημένος ακινητοποίησε τον Οδυσσέα και στη συνέχεια απειλώντας τον με ένα ελβετικό σουγιά στο λαιμό απαίτησε να του δώσει όσα χρήματα είχε, το κινητό και το ρολόι του.

Εξαντλημένος από την απελπιστική αυτή βραδιά δεν υπερασπίστηκε τον εαυτό του όπως την προηγούμενη φορά και έδωσε στον άντρα αυτόν ότι του ζητούσε. Ο τελευταίας άρπαξε και το ακριβό, καλοραμμένο μπουφάν του Οδυσσέα και έφυγε τρέχοντας, λέγοντας του πως θα ξανασυναντηθούν.

Όλες αυτές ήταν οι αναμνήσεις των τελευταίων ωρών που επανήλθαν στο μυαλό του Οδυσσέα κοιτώντας την κόκκινη αυτή αφίσα. Κουρασμένος πια από το συλλογισμό και τις μάταιες σκέψεις, τσαλάκωσε την αφίσα, την πέταξε στο δρόμο και με μια βαριεστημένη κίνηση άνοιξε την πόρτα της πολυκατοικίας του και χάθηκε μέσα σε αυτήν.

Βιόπουλος Γιώργος & Βασιλειάδου Μαριαλένα