Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ

Συγγραφέας: Δημήτρης Χατζής

Γεννήθηκε στα Γιάννενα το 1913. Φοιτούσε στη Νομική Σχολή Αθηνών ωστόσο εξαιτίας οικονομικών προβλημάτων δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Είχε επίσης κομμουνιστικές αντιλήψεις καθώς υπήρξε μέλος του ΚΚΕ. Το 1936 συνελήφθη από τη δικτατορία του Μεταξά και εξορίστηκε για ένα χρόνο. Στη συνέχεια κατά τη Γερμανική κατοχή συμμετείχε στην αντίσταση. Συνεργάστηκε ακόμη με τον αντιστασιακό τύπο ενώ υπήρξε και υπεύθυνος σύνταξης της εφημερίδας «Ελεύθερη Ελλάδα». Έζησε επίσης αρκετά χρόνια ως πολιτικός πρόσφυγας (1949-1974) στη Ρουμανία, την Ουγγαρία στο και στο Ανατολικό Βερολίνο. Ακόμη κατάφερε και συμπλήρωσε τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο του Χούμπολτ. Έπειτα επέστρεψε στη Βουδαπέστη, ίδρυσε το Νεοελληνικό Ινστιτούτο και επιμελήθηκε ελληνικές μεταφρασμένες λογοτεχνικές εκδόσεις στα ουγγρικά. Το 1967 η δικτατορία του Γ. Παπαδόπουλου του απαγόρευσε την επιστροφή στην Ελλάδα. Το καλοκαίρι του 1975 ωστόσο επέστρεψε οριστικά στην Ελλάδα όπου και ανέπτυξε έντονη πολιτιστική δραστηριότητα. Εξαιτίας όμως καρκίνου των βρόγχων απεβίωσε το 1981.

Γνωστά έργα του αποτελούν: "Η Φωτιά", μυθιστόρημα, "Το τέλος της μικρής μας πόλης", διηγήματα, "Ανυπεράσπιστοι", διηγήματα, "Το διπλό βιβλίο", μυθιστόρημα, "Σπουδές", διηγήματα, "Θητεία", αγωνιστικά κείμενα. 

Ανήκει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά και αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πεζογράφους της εποχής. Κύριο στοιχείο της γραφής του είναι ο κοινωνικός προβληματισμός, ενώ επίσης τις περισσότερες φορές συμπάσχει με τους ήρωές του. Ακόμη χρησιμοποιεί ιδιαίτερα το ρεαλισμό στις αφηγήσεις του. Η γλώσσα των έργων του είναι απλή, λιτή και άμεση.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ είναι ένα εκτενές διήγημα που περιέχεται στη συλλογή «Σπουδές». Μοιάζει με δοκίμιο δηλαδή με πεζό κείμενο που πραγματεύεται ένα συγκεκριμένο θέμα και αποδίδει με σαφήνεια τις απόψεις του δημιουργού. Στο συγκεκριμένο έργο ο συγγραφέας επιχειρεί να παρουσιάσει το πρόβλημα της σχέσης της καθημερινής ζωής του καλλιτέχνη με την καλλιτεχνική δημιουργία. Ο ίδιος ο Χατζής είχε αναφέρει πως μέσα από αυτό ήθελε να δείξει «την αντίληψή του για την τέχνη, τη λειτουργία της , τις υποχθόνιες και μυστικές δυνάμεις που οδηγούν στο τελειωμένο έργο»

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στο συγκεκριμένο διήγημα παρουσιάζεται αρχικά ένας λογιστής, αφηγητής του έργου, που φαίνεται να αγαπά την τέχνη και κυρίως τη γλυπτική και ασχολείται ερασιτεχνικά μ’ αυτήν. Ο ερασιτέχνης αυτός λοιπόν είναι θερμός θαυμαστής του κεντρικού προσώπου της ιστορίας, της Ουγγαρέζας γλύπτριας Ιζαμπέλας Μόλναρ και του έργου της. Ο ίδιος είναι ενθουσιασμένος με την ιδιαιτερότητα, την ποικιλία και τις πολλαπλές παραλλαγές των διαφόρων μορφών του έργου της γλύπτριας. Όταν του δίνεται η ευκαιρία να δει από κοντά την ιδιωτική της ζωή όμως, αντιλαμβάνεται τη χυδαιότητα του χαρακτήρα της, καθώς αυτή βρισκόταν σε συνεχή σύγκρουση με οποιονδήποτε συναναστρεφόταν. Ωστόσο τον αφήνει να την πλησιάσει καθώς αυτός δεν είναι σχετικός με το έργο της. Όταν αυτή παντρεύεται, και γνωρίζει την ευτυχία, τα γλυπτά της αλλοιώνονται και χάνουν την ισορροπία και τη χάρη τους. Η ίδια το καταλαβαίνει και όταν παρατηρεί την παθητική αντίδραση του θαυμαστή της απέναντι στα έργα της πληγώνεται . Θεωρώντας το σύζυγό της υπαίτιο της κατάστασής της, τον σκοτώνει λίγο αργότερα με σφυρί και καταστρέφει τα τελευταία αγάλματά της. Στη συνέχεια κλείνεται σε φρενοκομείο, όπου της παραχωρείται εργαστήρι για γλυπτική. Λίγα χρόνια αργότερα ενώ έχει τρελαθεί, αποβιώνει.

ΠΡΟΣΩΠΑ

Λογιστής: Ο αφηγητής του έργου, φιλότεχνος, αγαπά τη γλυπτική και είναι ενθουσιώδης καθώς θαυμάζει τα έργα της γλύπτριας και εντυπωσιάζεται από αυτά ενώ επίσης σχολιάζει την ιδιαιτερότητά τους κάνοντας συγκρίσεις και συνειρμούς. Επίσης μπορεί να χαρακτηριστεί καλόκαρδος και καλόψυχος, καθώς δε θέλει να πληγώσει τη γλύπτρια με την άποψή του για τα έργα της. Ωστόσο δεν προσποιείται, δείχνει τη γνώμη του με την παθητική αντίδρασή του. Έτσι μπορεί να χαρακτηριστεί ειλικρινής.

Ιζαμπέλα Μόλναρ: Ουγγαρέζα γλύπτρια με ιδιαίτερες καλλιτεχνικές δυνατότητες. Εργατική, αφοσιωμένη στο έργο της, ακούραστη, ταλαντούχα, με επίγνωση της αξίας της. Εξωτερικά ήταν αδύνατη, κοντή, δίχως καμπύλες, με καστανόμαυρα, ίσια, κοντά μαλλιά με κοινό πρόσωπο και κακόγουστο ντύσιμο. Μόνο τα λεπτά χείλη της μαρτυρούσαν ότι ήταν άνθρωπος δυναμικός που ξέρει να παλεύει για να αποκτήσει αυτό που θέλει. Σαν γυναίκα ήταν χυδαία. Έρχονταν σε συνεχείς συγκρούσεις με τους γύρω της. Ήταν ακόμη τσιγκούνα και πνευματικά κενή. Δεν είχε ενδιαφέροντα ή σκέψεις για τη ζωή, το Θεό, την κοινωνία, την πολιτική. Τέλος μετά το γάμο της μαλάκωσε και φαινόταν πλέον η ευτυχία στο πρόσωπό της που την ομόρφαινε. 

Σύζυγος Ιζαμπέλας: Δε συμμετέχει στο έργο αλλά παρουσιάζεται από τον αφηγητή. Εργαζόταν ως γεωπόνος-μηχανικός, όμορφος, αφοσιωμένος στην δουλειά του όπως και η γυναίκα του. Επίσης μπορεί να χαρακτηριστεί υπεύθυνος, καθώς έβαλε τάξη στη ζωή της Ιζαμπέλας και την εμφάνισή της έχοντας καλές προθέσεις. 

Μοτίβα: 

Στο συγκεκριμένο διήγημα συναντώνται κυρίως ιδιαιτερότητες και όχι μοτίβα. Παρόλ’ αυτά θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μοτίβο η ανάγκη της γυναίκας για ασφάλεια μέσω του γάμου(την κερδισμένη ζωή – τη σιγουρεμένη πια), το οποίο συναντάται συχνά στη λογοτεχνία, αλλά και θεωρείται ότι συμβαδίζει με τη γυναικεία φύση.

Ιδιαιτερότητες: 

• Η επιλογή του συγγραφέα να γράψει για μία γυναίκα που διαφέρει από τα γυναικεία πρότυπα της εποχής .

• Η μεγάλη ηλικία στην οποία παντρεύεται.

• Η ασχολία μιας γυναίκας με την τέχνη που παραδοσιακά θεωρούνταν ανδροκρατούμενος χώρος.

Σχέση ανάμεσα στα δύο φύλα:

• Μέσα από ένα γάμο η γυναίκα επιζητά σιγουριά, ασφάλεια και συναισθηματική κάλυψη σε αντίθεση με τον άνδρα που προσδοκεί πρακτική διευκόλυνση στη ζωή (έτοιμο φαγητό, πλυμένα ρούχα). 

• Η τέχνη στο παρελθόν ήταν ασχολία κυρίως των ανδρών καθώς οι γυναίκες δεν είχαν τη δυνατότητα να αποδείξουν τις ικανότητές τους εξαιτίας των περιορισμένων δικαιωμάτων τους. Εδώ ωστόσο ο συγγραφέας παρουσιάζει μια γυναίκα καλλιτέχνιδα με εξαιρετικές ικανότητες.

Βιβέττα Βρύζα