Η γιαγιά μου η Ελένη... η Ελένη του 1937

Η Ελένη γεννήθηκε το 1937 σε μία Ελλάδα κυβερνούμενη από τον «περίφημο» Ιωάννη Μεταξά. Μέσα στα τρία πρώτα χρόνια της ζωής της... ως βρέφος ζούσε αρκετά ήρεμα, μα αυτό δεν ήταν γραφτό να συνεχίσει κάπως έτσι. Το 1940 επήλθε ο πόλεμος μεταξύ της Ελλάδας και της Ιταλίας, ο οποίος ασυζητητί προκάλεσε μεγάλες αναταραχές στη ζωή κάθε απλού Έλληνα. Ο πόλεμος αυτός διήρκεσε μονάχα ένα χρόνο μα άλλαξε εντυπωσιακά τη ζωή της Ελένης. Μετά τον πόλεμο Ελλήνων - Ιταλών και αφού πέρασαν για ένα αρκετά μικρό χρονικό διάστημα τα γερμανικά στρατεύματα από τον τόπο της, τη σημερινή Καβάλα, άφησαν πίσω τους, τους Βούλγαρους. Οι συγκεκριμένοι, είχαν τον ελληνικό λαό υπό την κατοχή τους.

Σε όλο αυτό το διάστημα της κατοχής, από τους Βούλγαρους, οι Έλληνες άνδρες αιχμαλωτίζονταν στη Βουλγαρία και δούλευαν στα κάτεργα, δηλαδή έκαναν καταναγκαστικές εργασίες. Οι γυναίκες αντίθετα έμεναν στις πόλεις, για να προσέχουν τα παιδιά. Έτσι και η μητέρα της Ελένης, η οποία υπήρξε μάλιστα και πρόσφυγας από την Μ. Ασία, έφευγε κρυφά από το σπίτι της, κλειδώνοντας τα παιδιά της εκεί μέσα. Με αυτόν τον τρόπο προσπαθούσε να τα προφυλάσσει από τους Βούλγαρους, ενώ εκείνη πήγαινε σε κάποια απομακρυσμένα χωριά, για να φέρει φαγητό στην οικογένειά της, πάντα με το φόβο μήπως εκείνα πάθουν κανένα κακό. Στο σπίτι της ηρωίδας μας, και πολλών άλλων Ελλήνων, όταν νύχτωνε άναβαν κεριά καθώς ρεύμα δεν υπήρχε. Όμως, επειδή τα Βουλγάρικα στρατεύματα δεν επέτρεπαν στους ανθρώπους να χρησιμοποιούν κανένα μέσο φωτισμού μέσα στα σπίτια, οι Έλληνες κάλυπταν τα παράθυρα με κουρελούδες ή κουβέρτες. Η μητέρα της Ελένης, πολλές φορές την έστελνε έξω από το σπίτι, για να ελέγξει εάν υπήρχε οποιοδήποτε ίχνος φωτός, που διαπερνούσε τα καλύμματα των παραθύρων. Όταν πλέον η μικρή μας ηρωίδα είχε πατήσει τα πέντε της χρόνια, υποχρεούταν να περπατάει μεγάλες αποστάσεις, για να βρει νερό μέσα σε κάποιο πηγάδι.

Όσον αφορά τον τρόπο θέρμανσης, η Ελένη και τα άλλα τρία αδέλφια της, οι δύο αδερφές και ο ένας αδερφός της, πήγαιναν σε συντρίμμια σπιτιών για να μαζέψουν ξύλα και να τα χρησιμοποιήσουν στο τζάκι.
Καθώς τα χρόνια περνούσαν και οι δύσκολες καταστάσεις του πολέμου ολοένα και ηρεμούσαν, άρχισαν να λειτουργούν και τα σχολεία. Έτσι, η Ελένη ξεκίνησε να πηγαίνει στο σχολείο. Η τσάντα της ήταν φτιαγμένη από παλιά κατεστραμμένα ρούχα, όμως η περηφάνια που είχε για αυτή τη χειροποίητη τσάντα ήταν πάντα ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της. Εκεί μέσα βρισκόταν μία πλάκα και ένα κοντύλι, που της τα είχε δώσει ο μεγαλύτερός της αδερφός. Κάθε μέρα όταν διέσχιζε το προαύλιο του σχολείου της, αντίκριζε την κουζίνα η οποία είχε στηθεί για τα συσσίτια των μαθητών, όπου μαζί με τους συμμαθητές της έπινε το γάλα της το πρωί και αργότερα μέσα στη μέρα έτρωγαν το μεσημεριανό τους φαγητό.

Την πρώτη της κανονική σχολική χρονιά, την ξεκίνησε στα 7 της χρόνια, το 1944, όταν πια οι Αμερικανοί είχαν πάρει θέση βοηθείας απέναντι στο Ελληνικό κράτος, μία περίοδο κατά την οποία τα σχολεία, μαζί και αυτό της Ελένης, άρχισαν να εφοδιάζουν τους μαθητές με μπογιές, ρούχα και τρόφιμα. Εκείνη ήταν και η χρονιά κατά την οποία οι Έλληνες απαλλάχθηκαν από τον Βουλγαρικό ζυγό. Η Ελένη ένιωθε ευτυχισμένη και ξέγνοιαστη τώρα πια από τα δεινά του πολέμου. Νέος πόλεμος στο ορίζοντα. Η ξεγνοιασιά της δεν κράτησε πολύ. Αιτία αυτού του πολέμου, ήταν οι διενέξεις μεταξύ των επαναστατών και του ελληνικού στρατού... Διενέξεις για τις οποίες έγινε η προσπάθεια να διακοπούν... με τη συνθήκη της Βάρκιζας το 1945. Κάτι τέτοιο δεν επιτεύχθηκε, αφού πολλοί από τους επαναστάτες δεν συμφώνησαν με την προαναφερόμενη συνθήκη. Ακολούθησε ο Εμφύλιος πόλεμος. Ελληνικό χέρι ενάντια σε Ελληνικό χέρι!

Η Ελένη απορούσε πως ήταν δυνατό, μετά από τη νίκη κατά των Ιταλών, των Γερμανών και των Βουλγάρων, οι συμπατριώτες της να έχουν τώρα διαφορές μεταξύ τους. Πάντως κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου, που η Ελένη πήγαινε στο Δημοτικό, μεγάλωνε και ωρίμαζε. Αν και ήταν μια μέτρια μαθήτρια, τις προαγωγικές εξετάσεις από το δημοτικό για το γυμνάσιο, τις πέρασε με μεγάλη επιτυχία, παρ’ όλο που στην οικογένειά της η απουσία του πατέρα της - όταν η Ελένη ήταν έντεκα ετών - ήταν καθημερινά αισθητή. Γνώριζε πολύ καλά, πόσο δυσκολότερο θα γινόταν τώρα το έργο της μητέρας της, που δούλευε από το πρωί μέχρι αργά το βράδυ. Τουλάχιστον, η κατάσταση έγινε αρκετά πιο υποφερτή, όταν επιτέλους το 1949 ο αδελφοκτόνος πόλεμος τελείωσε με εκεχειρία. Παρ’ όλα αυτά, ορφανή από τον ένα γονιό πλέον, πέρασε τα υπόλοιπα εννέα χρόνια της σχολικής της ζωής στο γυμνάσιο, επιχειρώντας να αναπληρώσει το τεράστιο κενό της πατρικής απουσίας... Τώρα πια μαζί με τον μεγαλύτερο αδερφό της... για χάρη των δύο μικρότερων κοριτσιών. Έτσι όταν πλέον τελείωσε το σχολείο, έδωσε εξετάσεις και πέρασε - ως επιλαχούσα - στη σχολή μαιευτικής της Θεσσαλονίκης.

Τα χρόνια πέρασαν, μα η Ελένη δεν κλήθηκε ποτέ από τη σχολή της... 
Το τυχαίο... το μοιραίο... της χτύπησε την πόρτα! Έκανε ένα ταξίδι στα Σέρβια Κοζάνης το 1959, για να δει τον αδελφό της, ο οποίος υπηρετούσε εκεί στο στρατό. Όταν έφτασε, εκείνος την υποδέχθηκε με μεγάλη χαρά. Δίίπλα του, καθόταν ένας νεαρός, όμορφος, ψηλός, καστανός και γεροδεμένος άνδρας. Η Ελένη όταν τον αντίκρισε έμεινε έκθαμβη. Ο νεαρός σπούδαζε κι είχε έρθει εκεί για να δει τους γονείς του. Τον έλεγαν Μενέλαο. Από εκείνη τη στιγμή που γνωρίστηκαν, η Ελένη επισκεπτόταν τακτικά τον τόπο εκείνο και πολλές φορές συναντιόταν με τον Μενέλαο και έκαναν ατελείωτους περιπάτους και συζητήσεις. Μαζί γελούσαν, μοιράζονταν τις ανησυχίες και τα προβλήματά τους, δένονταν ο ένας με τον άλλο. Όταν ο αδερφός της Ελένης τελείωσε τη θητεία του, ο Μενέλαος συνειδητοποίησε πως την είχε ερωτευτεί παράφορα και τη ζήτησε σε γάμο για να την έχει πάντα δίπλα του... να μην τη χάσει. Εκείνη δέχτηκε κι έτσι μετά από περίπου ένα χρόνο, η Ελένη και Μενέλαος παντρεύτηκαν στην Κοζάνη, όπου και έμειναν για λίγο καιρό. Αφού απέκτησαν το πρώτο τους παιδί, αποφάσισαν να εγκατασταθούν στη Θεσσαλονίκη, για να εξασφαλίσουν μια πιο άνετη ζωή. Εκεί ζουν μέχρι σήμερα σε μια γειτονιά του Επταπυργίου. Αν τύχει να περάσετε από εκεί, τη βρείτε και τη ρωτήσετε ποια είναι η γνώμη της για την Ελλάδα του 21ου αιώνα, εκείνη σίγουρα θα χαμογελάσει και θα σας απαντήσει, πως αν και κάθε εποχή έχει τα δύσκολα κομμάτια της, είναι πανευτυχής που υπάρχει «ησυχία» και δεν επικρατεί πόλεμος στην Ελλάδα.

Συχνά πυκνά μονολογεί: «Δόξα τω Θεώ!».

Αθανασιάδου Μάρω και Αϊνατζόγλου Κωνσταντίνα